Mare profondo è il cuore
con onde che ballano e si divertono
con il sorriso del Sole
lottano con rabbia contro il vento
urlano.. di paura dal gelo d’inverno
e cantano gioiosi la primavera.
Osserva con grazia il Sole dall’alto
questo vai e via del mare aperto
s’innamora del suo azzurro profondo
lo accarezza in ogni suo tramonto,
cerca invano ad arrivare
il suo profondo.
ma, nella sua assenza.. arriva la notte
e silenziosa diventa la sua complice. 

Lunapiena

 
Μια Θάλασσα βαθειά είν’ η καρδιά
με κύματα που χορεύουν
και χαίρονται του ήλιου το χαμόγελο,
παλεύουν.. με την οργή του ανέμου
ουρλιάζουν από φόβο το παγερό χειμώνα
και τραγουδούν χαρούμενα την άνοιξη.
Παρατηρεί από ψηλά ο ήλιος με καμάρι
το πηγαιν’έλα των κυμάτων,
ερωτεύεται το βαθύ γαλάζιο της
και τρυφερά την χαιδεύει στο λυκόφως,
μάταια ψάχνει στο βάθος της να φτάσει,
αλλά… στην απουσία του φτάνει η νύχτα,
σιωπηλά, συνένοχος της καρδιάς να γίνει.

Lunapiena