Λαγάρισε τον αέρα! Καθάρισε τον ουρανό!
Πλύνε τον άνεμο!
Χώρισε την πέτρα από την πέτρα και πλύνε τις.
Βρώμικη η γης, βρώμικο το νερό,
τα ζωντανά μας κι εμάς.. μας μόλεψε το αίμα.
Το αίμα βροχή μου τύφλωσε τα μάτια.
Που είναι η Αγγλία; Που είναι το Κέντ;
Πού είναι η Καντερβουρία;
Ω! μακριά.. μακριά.. μακριά..
μακριά στα περασμένα
και πλανιέμαι σε τόπο γεμάτο ξερά κλαδιά:
αν τα τσακίσω, ματώνουν..
πλανιέμαι σε τόπο γεμάτο πέτρες ξερές:
αν τις αγγίξω, ματώνουν.
Πώς, πώς θα μπορέσω να γυρίσω
ποτέ στις απαλές γαλήνιες εποχές;
Νύχτα μείνε μαζί μας, σταμάτησε ήλιε,
κρατήσου εποχή, να μην έρθει η μέρα,
να μην έρθει η άνοιξη.
Πώς να κοιτάξω τη μέρα
και τα κοινά της αντικείμενα,
και να τα ιδώ βαμμένα στο αίμα,
πίσω από το αίμα που πέφτει σαν παραπέτασμα;
Τίποτε δε γυρέψαμε να γίνει.
Καταλαβαίναμε την ατομική καταστροφή,
την προσωπική ζημιά, τη γενική μιζέρια,
ζώντας και ψευτοζώντας
τον τρόμο τη νύχτα που τελείωνα
στην πράξη την καθημερινή,
τον τρόμο τη μέρα που τελειώνει στον ύπνο,
αλλά η κουβέντα στης αγοράς,
 το χέρι στη σκούπα
το νυχτερινό σώριασμα της στάχτης,
το ξύλο στη φωτιά την αυγή,
σ’ αυτές τις πράξεις σταματούσαν τα βάσανα μας.
Είχε το σύνορο της κάθε φρίκη,
είχε ένα κάποιο τέλος κάθε λύπη:
δε μένει καιρός στη ζωή να θλίβεσαι πολύ.
Μα τούτο, τούτο είναι Έξω απ’ τη ζωή,
έξω από τον καιρό,
παρούσα αιωνιότητα της αδικίας και του κακού.
Μας βρώμισε μια λέρα
που δε μπορούμε να καθαρίσουμε..
μέσα στο υπερφυσικό σκουλήκιασμα,
δεν είμαστε μόνο εμείς, δεν είναι το σπίτι,
δεν είναι η πολιτεία μολεμένη,
ο κόσμος ολάκερος είναι βρωμερός.
Λαγάρισε τον αέρα ! Καθάρισε τον ουρανό!
Πλύνε τον άνεμο!
Χώρισε την πέτρα από την πέτρα,
χώρισε το δέρμα από το χέρι,
χώρισε το μυώνα από το κόκαλο
και πλύνε τα,
Πλύνε την πέτρα, Πλύνε το κόκαλο,
Πλύνε το μυαλό, Πλύνε την ψυχή,
Πλύνε τα, Πλύνε τα!

ΔΥΟ ΧΟΡΙΚΑ
Τ.S. ELIOT
Ελληνική απόδοση
Γ. Σεφέρης

                                                                                                                                                                         

Advertisements