Νικηφόρος Βρεττάκος – Πικραμένος Αναχωρητής


 Ολυνυχτία

Δε με κατάλαβες,
όλη τη νύχτα ήμουνα πλάϊ σου,
προσπαθούσα να κλείσω τα παράθυρα,
πάλευα – όλη τη νύχτα.
Ο αγέρας επέμενε.
Άπλωσα τότε τις παλάμες μου πάνω σου
σαν δυο φύλλα ουρανού και σε σκέπασα.
Έπειτα βγήκα στον εξώστη και κοίταζα
δίχως χέρια τον κόσμο.

*****

Ο ΧΡΥΣΟΣ ΥΠΝΟΣ
                                   
Θέλω να κοιμηθώ,
αλλά εσύ δε μ’αφήνεις.
Έχεις ρίξει το χέρι σου
στο μάγουλό μου
και τρέχει στο μαξιλάρι μου φως.
Διακλαδίζεται, ρέει στο στήθος μου,
φτάνει στα πόδια.
Όλοι οι στίχοι μούσκεψαν μέσα μου.
Πες μου, τι θάλεγε η μητέρα μου.
αν μ’ έβλεπεν έτσι, μ’αυτό το χρυσό
στεφάνι στο μέτωπο;    

*****

ΤΟ ΦΙΛΙΚΟ ΣΗΜΑΔΙ

Με πήρε ο ύπνος βαθύς,
που με κράτησε όλη τη νύχτα.
Στις φούχτες μου λίμναζε το φεγγάρι.
Αγρίμια όλη νύχτα
γυρόφερναν τον ύπνο μου.
Πλησίαζαν, με κοίταζαν
κι αμέσως χωρίς να μ’αγγίξουν,
πατώντας στα νύχια, ξανάφευγαν.

Είχα αφημένο το κρίνο που μούδωσες
πάνω στο στήθος μου.
     

Βρεττάκος Νικηφόρος

(1912-1991)

 Veglia
                                    
Non mi avevi capito,
tutta la notte ero accando a te,
ho cercato di chiudere le finestre
lottavo – tutta la notte.
Il Vento insisteva.
Ho disteso le mie mani su di te,
come due foglie del cielo
e ti ho coperta.
Alla fine sono uscito sul balcone
e ho guardato il mondo senza mani.

*****

Il Sonno dorato

Vorrei dormire, ma tu non mi lasci.
Hai posato la tua mano sul mio viso
e scorre luce sul mio cuscino.
Si espande, fluisce sul mio petto
ed arriva sui miei piedi.
Son bagnati di sangue i miei versi.
Dimmi, cosa pensasse mia madre,
se mi vedeva cosi, con questa
dorata corona sulla mia fronte?

******

Il Segnale Amico

Un sonno profondo è arrivato
che mi ha tenuto tutta la notte.
Tra le mie mani si stagnava la luna.
Animali selvaggi tutta la notte
girovagavano nel mio sogno.
Si avvicivano, mi guardavano
e senza nemmeno toccarmi,
in punta dei piedi, andavano via.

Era rimasto sul mio petto
il bianco giglio che mi hai donato.

 Nikiforos  Vrettakos
trad. Lunapiena

                                   

Ο Νικηφόρος Βρεττάκος είναι «Ποιητής της ελεύθερης φαντασίας,
αφήνεται σε λυρικές ονειροπολήσεις, άλλοτε στους κανόνες της μετρικής και, συχνότερα, σε ρυθμική διαδοχή στίχων. Ιδιοσυγκρασία ευαίσθητη,
φύση συναισθηματική και γνησίως λυρική, τυλίγει τα γραπτά του
με μια διάχυση τρυφερότητας, δίνοντάς τους το άπλωμα,
το γύρισμα και την ελαστικότητα της φαντασίας του».
Μιχαήλ Περάνθης