I giusti

Un uomo che coltiva il suo giardino, come voleva Voltaire.
Chi è contento che sulla terra esista la musica.
Chi scopre con piacere una etimologia.
Due impiegati che in un caffè del Sud
giocano in silenzio agli scacchi.
Il ceramista che premedita un colore e una forma.
Il tipografo che compone bene questa pagina
che forse non gli piace.
Una donna e un uomo che leggono
le terzine finali di un certo canto.
Chi accarezza un animale addormentato.
Chi giustifica o vuole giustificare un male che gli hanno fatto.
Chi è contento che sulla terra ci sia Stevenson.
Chi preferisce che abbiano ragione gli altri.
Tali persone, che si ignorano, stanno salvando il mondo.

 


Οι Σωστοί

Όποιος καλλιεργεί τον κήπο του, όπως το ήθελε ο Βολταίρος.
Όποιος είναι ευτυχισμένος που υπάρχει η Μουσική στη γη.
Όποιος ανακαλύπτει με χαρά τις ρίζες μιας λέξης.
Δυο υπάλληλοι που παίζουν σιωπηλοί Σκάκι,
σ’ένα καφενείο του Νότου.
Ο κεραμίστας που ταιριάζει το χρώμα με το σχήμα.
Ό τυπογράφος που συνθέτει με επιμέλεια αυτή τη σελίδα
που πιθανά δεν του αρέσει.
Μια γυναίκα κι ένας άνδρας που μελετούν
τα τελικά τρίστιχα μιας μελωδίας.
Όποιος χαϊδεύει ένα κοιμισμένο ζωάκι.
Όποιος δικαιολογεί ή προσπαθεί να δικαιολογήσει
μια αδικία που του έκαναν. 
Όποιος νοιώθει ευχαριστημένος
που έζησε ο Λουις Στήβενσον στη γη .
Όποιος προτιμά να έχουν δίκαιο οι άλλοι.
Όλοι αυτοί οι άνθρωποι αν και άγνωστοι,
σώζουν τον Κόσμο.

Jorge Luis Borges
Trad. Lunapiena

Advertisements