Archive for Οκτώβριος 2009

Η ΕΝΤΕΚΑΤΗ Εντολή

     
  H ΕΝΤΕΚΑΤΗ ΕΝΤΟΛΗ
                                                                                          
     

 Ρίξ’ ένα βλέμμα σιωπηλό
στον κόσμο τον αμαρτωλό
και δες η γη πως καίει.
Και με το χέρι στην καρδιά
αν δε σ’ αγγίξει η πυρκαγιά,
ψάξε να βρεις ποιος φταίει.

Σα χαμοπούλι ταπεινό
που δεν εγνώρισ’ ουρανό
και περπατάει στο χώμα,
την ενδεκάτη εντολή
δεν την σεβάστηκες πολύ
γι’ αυτό πονάς ακόμα.

Την ενδεκάτη εντολή
δεν την σεβάστηκες πολύ
γι’ αυτό πονάς ακόμα.

Είναι καινούργια και παλιά
σαν της ψυχής την αντηλιά,
σαν της καρδιάς τα βάθη.
Μα μες του κόσμου τη φωτιά
που μπερδευτήκαν τα χαρτιά
κανείς δε θα τη μάθει.

Τράβα να βρεις τον Μωυσή
και ξαναρώτατον κι εσύ
μήπως αυτός την ξέρει..
την Eνδεκάτη Eντολή
που’ν’ ολοκάθαρο γυαλί
και κοφτερό μαχαίρι.

Την ενδεκάτη εντολή
που ‘ν’ ολοκάθαρο γυαλί
και κοφτερό μαχαίρι.

Στην παγωμένη σου ερημιά
το γέλιο γίνεται ζημιά
κι η ομορφιά σκοτάδι.
Έτσι είναι φίλε μου η ζωή
φέρνει τον ήλιο το πρωί
την καταχνιά το βράδυ.

Κάνε λοιπόν υπομονή
τώρα που φως δεν θα φανεί
κι ούτε θα ‘ρθει καράβι.
Την ενδεκάτη εντολή
την ξέρουν μόνο οι τρελοί
κι όλοι της γης οι σκλάβοι.

Την ενδεκάτη εντολή
την ξέρουν μόνο οι τρελοί
κι όλοι της γης οι σκλάβοι.

         
 
Στίχοι: ΝΙΚΟΣ ΓΚΑΤΣΟΣ
ΜΟΥΣΙΚΗ: ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΑΤΖΗΝΑΣΣΙΟΣ
        Τραγουδά: ΝΑΝΑ ΜΟΥΣΧΟΥΡΗ
                                                     
Ποιά θα’ταν άραγε η Ενδεκάτη Εντολή? 
                                                                                                      
 

Ν. ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ: Ο ταξιδιώτης του Πνεύματος

                                                                                                                                                      

‘’Και ποια είναι η πιο αψηλή  ε ν τ ο λ ή;
Ν’ αρνηθείς όλες τις παρηγοριές
 ….ν’ απομείνεις μόνος
και ν’ αρχίσεις να πλάθεις εσύ,
με μοναχά τη δύναμή σου,
έναν κόσμο που να μην ντροπιάζει την καρδιά σου.

 Ποια ‘ναι η πιο αντρίκια χαρά;
Ν’ αναλαβαίνεις την πάσα ε υ θ ύ ν η’’

’’Μια από τις πιο νόμιμες χ α ρ έ ς του ανθρώπου,
είναι θαρρώ, να μοχτάει και να βλέπει
πως ο μόχτος του φέρνει καρπό
’’


‘’Δε χύνεται ποτέ άδικα το αίμα.
Δεν το ‘χεις ακουστά πως ένας σπόρος είναι η Λευτεριά,
μα δεν ποτίζεται αυτός με νερό για να πιάσει,
παρά με αίμα" 

’Όπου παώ  κ ρ α τ ώ  πάντα ανάμεσα στα δόντια μου
σα φύλλο δάφνης… την  Ε λ λ ά δ α’’
 

"Που πηγαίνομε;
Κανένας δεν ξέρει. Μη ρωτάς, α ν έ β α ι ν ε!" 

Νίκος Καζαντζάκης

>> www.historical-museum.gr/kazantzakis <<

Άσμα Ηρωικό και Πένθιμο.. του Ο. Ελύτη

28 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ: «Για την Τιμή και για την Ελευθερία…»

                                                                                                                 

  Οι Σελίδες Ιστορίας…..μ έ ν ο υ ν….

  
           
Προς το καθήκον
Παύλος Παλαιολόγος

Σειρήνες και κωδωνοκρουσίες. Δευτεριάτικο πρωινό.
Ανήσυχες μορφές στα παράθυρα.  Κοιτάζονται οι γείτονες, συνεννοούνται με το βλέμμα, και μένουν σύμφωνοι.
Τα πάντα για την τιμή.
Δεν είναι η μανία του πολέμου που τους εμπνέει,
δεν είναι το πάθος της περιπέτειας.
Είναι η συναίσθηση της αξιοπρέπειας.
Όταν αυτή είναι εκτεθειμένη σε κινδύνους,
τότε το τροπάριο της ειρηνοφιλίας διακόπτεται.
Όχι από αγάπη προς τον πόλεμο.
Από αγάπη προς αυτή την ΕΙΡΗΝΗ
.
Γιατί τίποτα δεν εξυπηρετεί την Ε ι ρ ή ν η  χειρότερα
από την καλοπροαίρετη διάθεση των λαών
να  δ έ χ ο ν τ α ι  ραπίσματα.

Κακός είναι ο πόλεμος.
Αλλά υπάρχει κάτι πιο απαίσιο κι απ’ αυτόν ακόμα,
η λάσπη που πέφτει και κηλιδώνει τις υπολήψεις
των λαών όταν θελήσουν να τον αποφύγουν
με θυσία της τιμής τους
.
Τέτοιες κηλίδες τίποτα δεν είναι ικανό να τις καθαρίσει.
Ούτε το σβήσιμο της γενεάς που τις έχει προκαλέσει.
Οι γενεές φεύγουν, αλλά μένουν οι  σ ε λ ί δ ε ς  της Ιστορίας,
για να θυμίζουν τη ντροπή. Μένουν οι μεταγενέστεροι,
και ζητούν ευθύνες από τη στάχτη μας
.

Στρατιώτες της ειρήνης όσο δεν προσβάλλεται
η Ελευθερία και το Δίκαιο
. Όταν όμως κινδυνεύουν
τα δύο αυτά αγαθά, τότε η εμμονή στην ειρήνη
αποτελεί ανανδρία, αναξιοπρέπεια και αφιλοτιμία
.

Για όλα μπορούν να μας κατηγορήσουν. Ένα μόνο δεν θα πει κανείς: ότι δεν διατηρήσαμε, μέσα στο πέρασμα των αιώνων, άσπιλη την εθνική μας φιλοτιμία. Έτσι άσπιλη θα την διατηρήσουμε και τώρα. Κοινή είναι η θέληση:
Να το ξαναφορέσουμε. Γνώριμη στολή του λαού μας.
Τη φόρεσε ο παππούς, τη φόρεσε ο πατέρας,
θα τη φορέσει τώρα ο γιος. Και πάντα για τον ίδιο σκοπό.
Για την Τιμή και για την Ελευθερία.

Για τους ίδιους λόγους καλούμαστε και σήμερα.
Το καθήκον υπογράφει τις προσκλήσεις.
Η φωνή του είναι η πιο επιβλητική απ’ όλες τις φωνές.
Τη δέχεσθε χωρίς υπολογισμούς.
Η περηφάνια αγνοεί την αρίθμηση. Δεν μετρά τις δυνάμεις εκείνου που θέλει να την τσαλακώσει. Βαδίζει με το μέτωπο ψηλά στο δρόμο της τιμής.
Οι Θερμοπύλες δεν είναι ένα γεωγραφικό σημείο,
δεν είναι ένα απλό ιστορικό γεγονός. Είναι ένα σύμβολο.
Το σύμβολο αυτό το διατήρησαν ψηλά  οι γενεές των Ελλήνων
.
Από τις Θερμοπύλες ως το
21, και πέρα απ’ αυτό,
με κλειστό το βιβλίο της αριθμητικής βάδισε το έθνος
στους δρόμους των πεπρωμένων του.
Με την αριθμητική στο χέρι δούλοι θα είμαστε σήμερα.
Στην περιφρόνηση της αριθμητικής οφείλουμε
την εθνική μας υπόσταση
. Το 1940 δεν θα κάμει εξαίρεση.
Παλιά και πρόσφατη ιστορία δείχνει ποιο κατάντημα
περιμένει τους λαούς εκείνους που, με οδηγό τον υπολογισμό, έστερξαν σε ταπεινώσεις και σε διασυρμό της τιμής τους.
Η τιμή που σπίλωσαν δεν είναι η μόνη τους θυσία.
Μαζί μ’ αυτήν έχασαν
και τα υλικά αγαθά που πίστεψαν
ότι θα εξασφάλιζαν αν δέχονταν τον εξευτελισμό.

Καθήκον και συμφέρον είναι η προάσπιση της εθνικής τιμής. Στην εκτέλεση του καθήκοντος καλούνται οι πολίτες.
Καθήκον προς τα μάρμαρα που αποτελούν τη δόξα των περασμένων, προς το βράχο που κοίλαναν ο ιδρώτας
και το αίμα των γενεών που προηγήθηκαν, προς εμάς τους ίδιους, προς τους τάφους των πατέρων μας, προς τα λίκνα
των παιδιών μας, που θα ντρέπονταν αν μας έβλεπαν απρόθυμους να συνεχίσουμε την εθνική μας παράδοση.
Αλλά τέτοια περίπτωση δεν υπήρξε, δεν υπάρχει, δεν θα υπάρξει. Μας το είπε η χθεσινή μέρα. Θα μας το πουν
οι επόμενες. Θα μας το λένε όλες οι μέρες, όσο υπάρχει
ο γαλάζιος ουρανός μας, όσο υπάρχουν οι αφροί του Αιγαίου μας, για να σχηματίζουν την απέραντη κυανόλευκη,
που αγκαλιάζει πέρα ως πέρα τους ελληνικούς ορίζοντες.

(Από την εφημερίδα «Ελεύθερον Βήμα»
της 29ης Οκτωβρίου 1940)
(Εθνική κληρονομιά… που σώζεται στη Βιβιλιοθήκη της Ρόδου)
http://www.rhodeslibrary.gr/info.html

 

 

ΕΠΙΚΟΥΡΟΣ: ΕΠΙΣΤΟΛΗ προς ΠΥΘΟΚΛΗ

                                                                                     
                  

Επιστολή του ΕΠΙΚΟΥΡΟΥ προς Πυθοκλή

"…Μου έφερε ο Κλέων επιστολή από εσένα στην οποία φαινόταν ότι διατελούσες απέναντί μου με φιλικά αισθήματα αντάξια του ενδιαφέροντός μου για σένα και ότι προσπαθείς με επιτυχία να επαναφέρεις στη μνήμη σου
τις σκέψεις που συντελούν σε μια  ε υ τ υ χ ι σ μ έ ν η  ζωή και μου ζητούσες να σου στείλω για δική σου χρήση σύντομη και καθαρή έκθεση για τα ουράνια φαινόμενα για να μπορείς εύκολα να τα απομνημονεύεις.

…με μεγάλη χαρά και ελπίδα δέχθηκα το αίτημά σου.
….Πρώτα απ’όλα να θεωρείς ότι δεν υπάρχει κανένας άλλος σκοπός της  γ ν ώ σ η ς  για τα ουράνια φαινόμενα, είτε λέγονται σε συσχετισμό με άλλα, είτε αυτοτελώς, εκτός από την επίτευξη της  α τ α ρ α ξ ί α ς  και μιας σταθερής πεποίθησης, όπως συμβαίνει και με όλες τις άλλες γνώσεις.
Δεν πρέπει επίσης να εξάγουμε με τη βία το αδύνατο,
ούτε να επιζητούμε να κατανοήσουμε το κάθε τι απόλυτα,
ούτε μπορούμε να κάνουμε την έρευνά μας τόσο καθαρά..
όσο όταν συζητάμε για την ανθρώπινη ζωή ή για τις φυσικές αρχές γενικά (όπως, για παράδειγμα, ότι το σύνολο των όντων είναι σώματα και ανέγγιχτη φύση και.. ότι τα στοιχεία είναι άτμητα) και κάθε άλλη άποψη που λέει, ότι μια μόνη εξήγηση των φαινομένων είναι δυνατή, πράγμα που δεν ισχύει για τα ουράνια φαινόμενα, αλλά να έχουμε κατά νου ότι όλα αυτά επιδέχονται πολλές αιτίες της γένεσής τους και της ουσίας τους χωρίς καμία να είναι αντιφατική με τις αισθήσεις.
Γιατί δεν πρέπει να μελετάμε τη φύση, με κενές υποθέσεις και αυθαίρετους νόμους, αλλά όπως απαιτούν τα φαινόμενα. Γιατί ο βίος μας δεν έχει ανάγκη από παραλογισμούς και κενές δοξασίες.. αλλά από ζωή χωρίς ταραχές.
Όλα λοιπόν τακτοποιούνται αν εξηγηθούν με την μέθοδο των πολλαπλών αιτιών, σε συμφωνία πάντοτε με τα γεγονότα και αν κρατάμε εκείνο που σχετικά με αυτά είναι ευλογοφανές. Όταν όμως κάποιος.. δέχεται απόλυτα  κάτι 
και δεν απορρίπτει ούτε αμφισβητεί, παρ’ όλο που κατά τον ίδιο τρόπο συμφωνεί με τα φαινόμενα, είναι φανερό ότι βρίσκεται μακριά από κάθε μελέτη της φύσης και εύκολα κατρακυλάει στον μύθο.

Μερικά φαινόμενα που εμπίπτουν στην εμπειρία μας,
μας παρέχουν  ε ν δ ε ί ξ ε ι ς  για την ερμηνεία αυτών που συντελούνται στα ουράνια φαινόμενα. Γιατί βλέπουμε πως γίνονται τα φαινόμενα, ενώ δεν βλέπουμε πως λαμβάνουν χώρα τα ουράνια φαινόμενα που είναι ενδεχόμενο να οφείλονται σε πολλαπλά αίτια.
Ωστόσο πρέπει να  π α ρ α τ η ρ ο ύ μ ε  κάθε φαινόμενο όπως παρουσιάζεται και επιπλέον να διαχωρίζονται από όλα τα γεγονότα που παρουσιάζονται μαζί του, η γένεση των οποίων από ποικίλα αίτια δεν απορρίπτεται από τα γεγονότα που συμβαίνουν σ’ εμάς.

Κ ό σ μ ο ς  είναι μια περιοχή του ουρανού που περιέχει τα άστρα και τη γη και όλα τα φαινόμενα, με τη διάλυση του οποίου, όλα όσα περιέχονται σ’ αυτόν θα περιπέσουν σε σύγχυση. Αυτή η περιοχή αποτελεί τμήμα του απείρου…
και καταλήγει σε σύνορο το οποίο είναι είτε αραιό,  είτε πυκνό, που είτε περιστρέφεται, είτε μένει ακίνητο και η περιφέρειά του έχει σχήμα στρογγυλό ή τρίγωνο ή οποιεσδήποτε άλλες μορφές. Είναι επίσης ενδεχόμενο να συμβαίνουν όλα μαζί, διότι δεν αντιβαίνουν σε κανένα από τα φαινόμενα αυτού του κόσμου, στον οποίο πουθενά δεν μπορεί να βρεθεί το όριο για να το καταλάβεις.

Ότι υπάρχουν και τέτοιου είδους κόσμοι άπειροι στο πλήθος, είναι εύκολο να το καταλάβεις. Ένας τέτοιος κόσμος μπορεί να γεννηθεί και να βρίσκεται σε χώρο πολύ κενό και όχι τεράστιο και εντελώς καθαρό και κενό όπως λένε μερικοί…. Σιγά σιγά προστίθενται το ένα στο άλλο και διαρθρώνονται και προκαλούν αλλαγές θέσεων σε άλλο τόπο, αν τύχει…
ως το τελικό ωρίμασμα που σταθεροποιείται για όσον χρόνο το δέχονται τα θ ε μ έ λ ι α που έχουν τεθεί.
Διότι απαραίτητο δεν είναι μόνο ένα άθροισμα ατόμων ή ένας στρόβιλος (μια δίνη) στον κενό χώρο, όπου ένας κόσμος μπορεί να σχηματιστεί, ο οποίος κατά τη γνώμη μερικών αναγκαστικά θα αυξανόταν ώσπου να προσκρούσει σε έναν άλλο. Αυτό αντιμάχεται τα φυσικά φαινόμενα. Ο ήλιος, η σελήνη και τα άλλα άστρα δεν έγιναν χωριστά, ούτε είχαν αρχικά ανεξάρτητη ύπαρξη, αλλά διαμορφώθηκαν μαζί με τον κόσμο. Αυξήθηκαν σιγά σιγά με τις προσθέσεις και τα στριφογυρίσματα λεπτότατων στοιχείων, είτε αερίων.. είτε πύρινων.. είτε και των δύο μαζί. Έτσι άλλωστε τα επιβεβαιώνουν και οι αισθήσεις. Το μέγεθος του ήλιου, της σελήνης και των άλλων άστρων, είναι σχετικά με εμάς.. τόσο μεγάλο όσο ακριβώς φαίνεται. Το καθένα όμως χωριστά είναι μεγαλύτερο ή λίγο μικρότερο από αυτό που φαίνεται ή το ίδιο μεγάλο. Κατ’ αναλογία όπως οι αναμμένες φωτιές σε απόσταση.. έτσι εμφανίζονται από τις αισθήσεις. Και κάθε αντίρρηση στο σημείο αυτό το ίδιο εύκολα θα καταρριφθεί, εάν κάποιος προσέχει τα καθαρά γεγονότα, πράγμα το οποίο αποδεικνύουν τα βιβλία μου "Περί Φύσεως".
…..Κανένα από τα φαινόμενα δεν αντιβαίνει σ’ αυτή την εξήγηση. Ή πάλι, το εν λόγω φαινόμενο, μπορεί να προκαλείται από την εμφάνισή τους πάνω απ’ τη γη, και από την παρεμβολή της μπροστά τους. Γιατί κανένα από τα φαινόμενα δεν έρχεται σε αντίθεση με αυτά. Και οι κινήσεις αυτών δεν είναι αδύνατο να οφείλονται στον στρόβιλο όλου του ουρανού… ουτε αυτός μπορεί να μένει στάσιμος και αυτά να περιστρέφονται ένεκα της φυσικής τους τάσης, που δημιουργήθηκε στην αρχή του κόσμου… ή και λόγω μιας κατανομής του πυρός που κινείται πάντα προς τις πλησιέστερες γειτονικές περιοχές.

Οι τροπές του ήλιου και της σελήνης, είναι ενδεχόμενο να οφείλονται στη λόξωση του ουρανού, η οποία έτσι κατ’ ανάγκη έχει γίνει εξαιτίας των πολλών χρόνων. Κατά τον ίδιο τρόπο μπορεί να οφείλονται και σε ρεύματα αέρα ή να γίνονται κάτω από την επήρεια ύλης που καίγεται σταδιακά ενώ η γειτονική ύλη λείπει (κενό). Ή και από την αρχή να έχει δοθεί κάποια δίνη στα άστρα, τέτοια ώστε να κινούνται ελικοειδώς. Γιατί όλες αυτές οι εξηγήσεις και οι παρόμοιες που με αυτές συγγενεύουν δεν διαφωνούν με τα γεγονότα..

Το άδειασμα και το γέμισμα της σελήνης μπορεί να οφείλεται στην περιστροφή του σώματος αυτού ή και στους σχηματισμούς του αέρα, ακόμη και σε παρεμβολή κάποιου σώματος και καθ’ όλους τους τρόπους σύμφωνα με τους οποίους και τα επίγεια φαινόμενα καλούν σε ερμηνείες αυτού του είδους, εφ’ όσον κάποιος δεν είναι προσκολλημένος στον μοναδικό τρόπο εξήγησης
και αποδοκιμάζει όλους τους άλλους αδικαιολόγητα, χωρίς να έχει εξετάσει τι είναι δυνατόν στον άνθρωπο να παρατηρήσει και τι αδύνατον. Και αυτό επειδή επιθυμεί να βλέπει τα αδύνατα.

Ακόμα είναι ενδεχόμενο η σελήνη από τον εαυτό της να έχει το φως. Ενδέχεται, όμως, και από τον ήλιο. Και γιατί στη γη επίσης βλέπουμε ότι πολλά σώματα έχουν φως από μόνα τους, πολλά δε από άλλα.

Ούτε κανένα ουράνιο φαινόμενο αντιβαίνει σ’ αυτές τις ερμηνείες, εάν κανείς χρησιμοποιεί μέθοδο πολλαπλών εξηγήσεων και τις συνακόλουθες σ’ αυτές υποθέσεις και αιτίες, χωρίς να αποβλέπει σε ανακόλουθες εξηγήσεις και να δίνει σ’ αυτές ανύπαρκτη σπουδαιότητα και έτσι να καταλήγει από άλλους δρόμους στον μοναδικό τρόπο εξήγησης. Η εμφάνιση προσώπου στη σελήνη μπορεί να προέρχεται από παραλλαγή των μερών της ή από κάποια παρεμβολή ή να γίνεται με οποιοδήποτε άλλο τρόπο, ο οποίος φαίνεται να συμφωνεί με τα γεγονότα.

Διότι όλα τα ουράνια σώματα δεν πρέπει κανείς να παραλείπει να τα ερευνά με αυτή τη μέθοδο, αν βέβαια κάποιος αντιμάχεται τις αληθινές αποδείξεις, ποτέ δεν θα μπορέσει να εξασφαλίσει γνήσια αταραξία.

 
Η έκλειψη ηλίου και σελήνης μπορεί να γίνεται από το σβήσιμο όπως ακριβώς και στη γη βλέπουμε να γίνεται.
Και ακόμη (μπορεί να γίνεται) ένεκα παρεμβολής άλλων σωμάτων είτε της γης είτε κάποιου αόρατου σώματος ή κάποιου άλλου τέτοιου.
Μ’ αυτόν τον τρόπο πρέπει να συνεξετάζουμε τις συναφείς αιτίες, και ν’ αναγνωρίζουμε ότι δεν είναι αδύνατον κάποιες απ’ αυτές να ισχύουν ταυτόχρονα.

Ακόμη την κανονικότητα της τροχιάς, όπως ακριβώς εξηγούμε μερικά που συμβαίνουν και σ’ εμάς έτσι πρέπει να την εξηγούμε. Και τη θεία φύση στην εξήγηση αυτών δεν πρέπει καθόλου να την μπερδεύουμε, αλλά θα πρέπει να την αφήνουμε αμέτοχη και σε όλη τη μακαριότητά της. Γιατί αν αυτό δεν γίνει, ολόκληρη η αιτιολογία για τα ουράνια φαινόμενα θα είναι μάταια, όπως ακριβώς συνέβη σε μερικούς οι οποίοι δεν ακολούθησαν τη μέθοδο των δυνατών εξηγήσεων, αλλά ξανάπεσαν στη μάταια συλλογιστική ότι αυτά συμβαίνουν με έναν μόνο τρόπο και απόρριψαν όλους τους άλλους πιθανούς και έτσι φερόμενοι στον χώρο του αδιανόητου δεν μπορούν να ‘χουν συνολική θεώρηση των φαινομένων, τα οποία πρέπει να αποδέχονται σαν σημάδια.

Η διάρκεια ημέρας και νύχτας παραλλάσσει και γίνεται από τις γρήγορες ή βραδύτερες κινήσεις του ήλιου πάνω από τη γη, ένεκα του ότι διέρχεται από μήκη τόπων που παραλλάσσουν ή ένεκα του ότι αυτούς τους τόπους τους περνάει (ο ήλιος) γρηγορότερα ή βραδύτερα, όπως βλέπουμε μερικές φορές και κοντά μας ανάλογα φαινόμενα, σύμφωνα με τα οποία πρέπει να μελετάμε και τα ουράνια φαινόμενα. Ενώ εκείνοι που υ ι ο θ ε τ ο ύ ν  μία μόνο εξήγηση βρίσκονται σε αντίθεση με τα γεγονότα και έχουν πέσει σε λάθος σχετικά με τη δυνατότητα του ανθρώπου για  γ ν ώ σ η.

(συνεχίζεται

Ε Π Ι Κ Ο Υ Ρ Ο Σ
(341-270 π.Χ.)

ΕΥΧΕΣ…. με ΒΡΟΧΗ

                    

           

  Χ Ρ Ο Ν Ι Α  Π Ο Λ Λ Α  και  Κ Α Λ Α  
  με Υγεία και Χαρά… σ’όλους
που σήμερα γιορτάζουν

 

 

 
   Χρόνια Πολλά..  στο Αηδόνι της Νύχτας  

 
Πολλές Ευχές… στην Δήμητρα Γαλάνη 
    με το πιό τρυφερό Τραγούδι της Βροχής  

                                                                       
ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ σ’ολους που Γιορτάζουν
Να’χουν  ή λ ι ο…. τη ΖΩΗ

                                                                       
 Αγάπης Βροχή…. οι ευχές μας

                                       
 Υγεία, Ομορφιά και Αρμονία.. στη Ζωή                                                                      

                         

ΕΠΙΚΟΥΡΟΣ: ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΡΩΤΗ ΠΡΟΣ ΗΡΟΔΟΤΟΝ

                                                                                                    

Ο Επίκουρος στέλνει χαιρετισμούς στον Ηρόδοτο

Γι’ αυτούς που δεν μπορούν, Ηρόδοτε, να μελετήσουν με ακρίβεια κάθε ένα από αυτά που έχουν γραφεί από εμένα στο Περί φύσεως, ούτε να διεξέλθουν
τα μεγαλύτερα συγγράμματα που έχουν από εμένα συνταχθεί, έχω συνθέσει επιτομή ολόκληρου του συστήματος για να μπορούν να κρατούν στη μνήμη τους οι ενδιαφερόμενοι τα βασικότερα της διδασκαλίας μου και για να μπορούν σε κάθε ευκαιρία να έχουν γι’ αυτά ένα βοήθημα, όταν θα απασχολούνται με τη μελέτη της φύσεως. Αλλά και αυτοί που έχουν προχωρήσει αρκετά
σην εποπτεία του όλου συστήματος, θα πρέπει να έχουν στο μυαλό τους μια στοιχειώδη σκιαγραφία για όλη τη διαπραγμάτευση του θέματος.

……έκανα για σένα μια επιτομή και στοιχειώδη
περίληψη όλων των απόψεων.

Πρώτα λοιπόν, Ηρόδοτε, πρέπει να ορίσουμε με ακρίβεια τις έννοιες που αντιστοιχούν στις λέξεις, για να μπορούμε να φτάσουμε σε κρίσεις ανάγοντας σ’ αυτές τις έννοιες, τις γνώμες, τις έρευνες και τις απορίες, και να μη χάνονται οι αποδείξεις μας στο άπειρο, αφού όλα θα τα αφήνουμε άκριτα ή θα χρησιμοποιούμε άδειες φράσεις. Γιατί είναι ανάγκη το αρχικό νόημα κάθε λέξης να είναι φανερό και να μη χρειαζόμαστε απόδειξη,
αν θέλουμε να έχουμε κάτι σταθερό, στο οποίο θα αναφερόμαστε σε σχέση με αυτό που ζητάμε ή ερευνάμε ή υποθέτουμε.

Επίσης, θα πρέπει να στηριζόμαστε στις αισθήσεις και συγκεκριμένα στις παραστάσεις που μας δίνει η διάνοια ή όποιο άλλο κριτήριο, καθώς επίσης και στα σχετικά
μ’ αυτά συναισθήματα, για να μπορούμε με βάση αυτά να βγάλουμε συμπεράσματα για όσα επιδέχονται επιβεβαίωση και για τα άδηλα.
Αφού τα συμπεριλάβουμε αυτά, πρέπει ήδη να μελετήσουμε και τα άδηλα.

Πρώτα πρώτα (πρέπει να ειπούμε) ότι τίποτα δεν γίνεται από το μη ον. Γιατί τότε όλα τα πράγματα θα γίνονταν από όλα [αδιακρίτως] και τίποτα δεν θα είχε ανάγκη από κάποιο σπόρο. Και αν διαλυόταν αυτό που χάνεται σ’ αυτό που δεν υπάρχει, θα είχαν χαθεί όλα τα πράγματα, επειδή αυτό στο οποίο θα διαλύονταν, θα ήταν το μη ον. Και όμως και το σύμπαν πάντοτε τέτοιο ήταν, όποιο είναι και τώρα, και αιωνίως τέτοιο θα είναι. Γιατί δεν υπάρχει τίποτα άλλο στο οποίο να μεταβληθεί. Διότι κοντά στο σύμπαν δεν υπάρχει τίποτα, το οποίο αφού έμπαινε μέσα σ’ αυτό, θα μπορούσε να κάνει τη μεταβολή.

Αλλά και το σύμπαν αποτελείται από σώματα και κενό. Ότι υπάρχουν τα σώματα, το επιβεβαιώνει κυρίως η ίδια η αίσθηση, σύμφωνα με την οποία είναι αναγκαίο να συμπεραίνεται το άδηλο με τον συλλογισμό, όπως προηγούμενα ανάφερα. Εάν δεν υπήρχε αυτό που το ονομάζουμε κενό και χώρο και ανέγγιχτη φύση, δεν θα είχαν τα σώματα που να σταθούν ή που να κινηθούν, ενώ ακριβώς όπως φαίνεται κινούνται.

Εκτός από αυτά (τα σώματα και το κενό) τίποτα δεν είναι δυνατόν να συλληφθεί από τον νου ότι υπάρχει, ούτε με άμεση αντίληψη, ούτε κατ’ αναλογία με αυτή, γιατί όλα θεωρούνται ως φυσικά σύνολα και όχι
ως αυτά που λέγονται ιδιότητες ή συμβεβηκότα.

Και μάλιστα από τα σώματα άλλα είναι σύνθετα κι άλλα απλά, από τα οποία έχουν γίνει τα σύνθετα . Αυτά είναι άτομα (αδιαίρετα) και αμετάβλητα, αν βέβαια δεν πρόκειται όλα να καταστραφούν στο μη ον, αλλά παραμένουν ισχυρά, όταν τα σύνθετα σώματα διαλύονται, γιατί έχουν φύση ολοκληρωμένη και επειδή είναι αδύνατον να διαλυθούν οπωσδήποτε και οπουδήποτε. Ώστε είναι αναγκαίο οι πρώτες αρχές να είναι άτμητες οντότητες.

Αλλ’ όμως το σύμπαν είναι άπειρο, γιατί αυτό που είναι πεπερασμένο, έχει κάποιο άκρο. Το δε άκρο νοείται σε σύγκριση με κάποιο άλλο, επομένως αυτό που δεν έχει άκρο, δεν έχει πέρας. Και εφ’ όσον δεν έχει πέρας, άπειρο θα είναι και όχι πεπερασμένο.

Και μάλιστα το σύμπαν είναι άπειρο και κατά το πλήθος των σωμάτων και ως προς το μέγεθος του κενού…..

Επί πλέον τα άτομα των σωμάτων που δεν έχουν κενά και από τα οποία αποτελούνται τα σύνθετα σώματα και στα οποία διαλύονται, είναι ασύλληπτα ως προς τις διαφορές των σχημάτων τους. Γιατί δεν είναι δυνατόν να γίνει τόσο μεγάλη ποικιλία πραγμάτων όταν έχουν συμπεριληφθεί όμοια σχήματα….

Και συνεχώς κινούνται τα άτομα [..κινούνται με ίση ταχύτητα, αφού το κενό παρέχει την ίδια δυνατότητα και στο πολύ βαρύ και στο πολύ ελαφρύ] στον αιώνα τον άπαντα και μερικά απέχουν μεγάλη απόσταση το ένα από το άλλο, άλλα πάλι πάλλουν επί τόπου, αν βρεθούν κλεισμένα μέσα σε περιπλοκή ή τριγυρισμένα από μάζα άλλων ατόμων πλασμένων να περιπλέκουν….. 

Αρχή δε αυτών δεν υπάρχει, αφού τα άτομα και το κενό είναι αιώνια. [Αναφέρει στη συνέχεια πιο κάτω ότι τα άτομα δεν έχουν καμία ιδιότητα εκτός από το σχήμα, το μέγεθος και το βάρος. Το δε χρώμα αλλάζει ένεκα της θέσης των ατόμων, (όπως) ισχυρίζεται στο έργο του “

Δώδεκα στοιχειώσεις”. Σχετικά με τα άτομα, δεν υπάρχει σ’ αυτά κανένα μέγεθος. Γιατί κανένα άτομο ποτέ δεν έχει γίνει αντιληπτό από τις αισθήσεις].

Η επανάληψη σε τέτοια έκταση όλων αυτών που τώρα φέρνουμε στο μυαλό μας, μας δίνει επαρκή σκιαγραφία για να καταλάβουμε τη φύση των όντων.
Αλλ’ όμως και οι κόσμοι είναι άπειροι, τόσο οι όμοιοι με τον δικό μας όσο και οι ανόμοιοι. Επειδή τα άτομα είναι άπειρα, όπως προ ολίγου αποδείχθηκε, μπορούν να πηγαίνουν ως τις πιο μακρινές αποστάσεις.
Γιατί αυτού του είδους τα άτομα από τα οποία θα ήταν δυνατόν να γεννηθεί ο κόσμος ή από τα οποία θα μπορούσε να δημιουργηθεί, δεν εξαντλούνται.. ούτε με ένα κόσμο, ούτε με πεπερασμένο αριθμό ,ούτε με όσους είναι τέτοιοι, ούτε με όσους είναι διαφορετικοί από το δικό μας. Επομένως τίποτε δεν υπάρχει το οποίο θα σταθεί εμπόδιο στο άπειρο των κόσμων.

Και όμως και εικόνες υπάρχουν εκτός από τα στερεά σώματα που έχουν το ίδιο σχήμα.. με εκείνα και που ξεπερνούν ασύγκριτα σε λεπτότητα όλα τα πράγματα που βλέπουμε. Γιατί πραγματικά δεν είναι αδύνατο να γίνονται στο περιβάλλον ενώσεις τέτοιες ούτε να λείπουν ευνοϊκές συνθήκες για την δημιουργία – κατεργασία κοιλωμάτων και επιφανειών, ούτε οι απόρροιες να μην διατηρήσουν την ίδια θέση και τάξη που έχουν μέσα στα στερεά. Αυτούς τους τύπους τους ονομάζουμε είδωλα . Και όμως, εφ’ όσον το κενό δεν αντιστέκεται καθόλου στη δια μέσου του κίνηση, καθίσταται δυνατό να καλυφθούν αποστάσεις από τα είδωλα σε χρονικό διάστημα αδιανόητο από το νου μας.
Γιατί η βραδύτητα είναι η δύναμη της αντίστασης,
η οποία συντελεί στην ανακοπή της ταχύτητας,
και στο σημείο αυτό δεν υπάρχει αντίσταση.

Αλλά, όμως, σε χρόνο τόσο ελάχιστο, που δεν μπορεί το λογικό μας να συλλάβει, είναι δυνατόν το κινούμενο σώμα να βρεθεί σε τόπους περισσότερους από έναν – πράγμα που και αυτό είναι αδιανόητο – και είναι δυνατόν ταυτόχρονα να φθάνει σε χρόνο αισθητά αντιληπτό, από το άπειρο, από οποιοδήποτε σημείο,
και άσχετα τελείως από την κίνηση που μπορούνε
να αντιληφθούμε. Επειδή η αντίσταση δημιουργεί την αλλαγή κατεύθυνσης. Αυτό, μάλιστα, (γίνεται) χωρίς να υπολογίσουμε την ταχύτητά του. Είναι δε χρήσιμο να αντιληφθούμε και τούτο το στοιχείο.

Έπειτα (πρέπει να αντιληφθούμε) ότι η λεπτότητα των ειδώλων δεν συγκρίνεται με τα φαινόμενα. Επομένως έχουν και ανυπέρβλητη ταχύτητα, εφ’ όσον πάντοτε βρίσκουν δίοδο για να περάσουν, διότι δεν υπάρχει τίποτα που να μπορεί να εμποδίσει, αντίθετα, όμως, αν βρίσκονται πολλά μαζί και άπειρα, κατ’ εξοχήν βρίσκουν αντίσταση.

Εκτός δε από αυτά πρέπει να προσθέσουμε ότι η γένεση των ειδώλων είναι γοργή όπως η σκέψη. Και διότι γίνεται από την επιφάνεια των σωμάτων συνεχής ροή χωρίς να σημειώνεται αισθητή ελάττωση στα τελευταία 
…..Μερικά από αυτά τα είδωλα σχηματίζονται πολύ γρήγορα στον αέρα γιατί δεν χρειάζεται να έχουν καμία στερεά σύσταση. Υπάρχουν και μερικοί άλλοι τρόποι που με αυτούς μπορούν να σχηματιστούν αυτά τα είδη. Γιατί κανένα από αυτά δεν διαψεύδεται από τις αισθήσεις, αν ζητήσει κανένας να μάθει με ποιο τρόπο οι παραστάσεις από τον εξωτερικό κόσμο θα έρχονται προς εμάς.

Πρέπει ακόμη να δεχτούμε ότι κάτι έρχεται από τα έξω προς εμάς και μας κάνει να βλέπουμε τις μορφές και να τις νιώθουμε. Γιατί στα εξωτερικά αντικείμενα δεν θα μπορούσαν να αποτυπώσουν την δική τους φύση, τόσο τα χρώματα όσο και τις μορφές, που υπάρχει ανάμεσα
σ’ αυτά και σ’ εμάς, ούτε διαμέσου των ακτίνων, ούτε
με οποιασδήποτε φύσεως ρεύματα που εκπορεύονται από εμάς προς εκείνα.

Τίποτα από όλα αυτά δεν δίνει ικανοποιητική εξήγηση έστω κι αν δεχτούμε ότι από τα αντικείμενα αποσπώνται είδωλα όμοια στη μορφή και στο χρώμα με τα σώματα που περνούν σ’ εμάς σε μέγεθος αναλογικά με το μάτι και τον νου, σμικρυνόμενα είδωλα που τρέχουν με τη μεγαλύτερη ταχύτητα. Έπειτα από αυτή την αιτία επειδή τα είδωλα αυτά κινούνται με μεγάλη ταχύτητα, πράγμα που τα κάνει ικανά να σχηματίσουν με τη συγκέντρωσή τους την παράσταση ενιαίου και συναρτημένου αντικειμένου και να διατηρήσουν την ομοιομορφία με το αντικείμενο, παρά το κενό του εσωτερικού τους. Γιατί το σώμα δίνει σε κάθε τους επιφάνεια αρκετό στήριγμα με τη βοήθεια της προώθησης που αποτυπώνεται στο είδωλο από το εσωτερικό προς το εξωτερικό, από τα δονούμενα άτομα του στερεού και γεμάτου σώματος που την εκπέμπει στο γύρω χώρο και έτσι η παράσταση την οποία θα λάβουμε με το νου ή με τα αισθητήρια, είτε πρόκειται για τη μορφή είτε για τις συμπυκνωτικές ιδιότητες, είναι πάντοτε η μορφή του στερεού, η οποία έγινε από το ίδιο το αντικείμενο που σχηματίστηκε από τη μια και από την άλλη από το απόθεμα των ειδώλων που έχει αφήσει το αντικείμενο.

Το λάθος και η πλάνη βρίσκονται πάντοτε στη γνώμη που έχει σχηματισθεί εκ των προτέρων, όταν ένα γεγονός περιμένει επιβεβαίωση ή απουσία αντίφασης και ύστερα δεν επιβεβαιώνεται ή αντιφάσκεται.
Γιατί και η ομοιότητα αυτών που πραγματικά υπάρχουν και ονομάζονται αληθινά δεν θα μπορούσε να εξηγηθεί αν δεν υπάρχουν από τη μια μεριά είδωλα σταλμένα σ’ εμάς, οι μορφές που βλέπουμε π.χ. στους καθρέπτες ή στα όνειρα ή κάποια άλλα πλάσματα του νου ή των υπολοίπων κριτηρίων.
Το δε λάθος (από την άλλη μεριά) δεν θα υπήρχε αν δεν αντιλαμβανόμαστε και κάποια άλλη κίνηση, συνδεδεμένη μεν [με την φανταστική επιβολή], χωρισμένη, όμως, από το αντικείμενο. Σύμφωνα με αυτή, αν δεν επιβεβαιωθεί
ή αν διαψευσθεί, η πλάνη προκύπτει, αν επιβεβαιωθεί
ή δε διαψευσθεί, προκύπτει η αλήθεια.
Και πρέπει αυτή την άποψη πολύ καλά να την κατέχουμε. Αν θέλουμε να μην αναιρέσουμε όλα τα κριτήρια που βασίζονται στην ενάργεια, ούτε με το να επιβεβαιώνουμε το λάθος κατά τον ίδιο τρόπο και φέρουμε σε όλα αυτά γενική σύγχυση.

Αλλ’ όμως και η ακοή με τη σειρά της γίνεται από κάποιο ρεύμα που έρχεται σ’ εμάς από αντικείμενο που εκπέμπει φωνή ή ήχο ή κρότο ή με οποιοδήποτε τρόπο παράγει το αίσθημα της ακοής. Το ρεύμα αυτό διασκορπίζεται σε ομοιογενή σωματίδια, τα οποία διατηρούν κάποια αμοιβαία συνοχή και ενότητα που επεκτείνεται ως το αντικείμενο που τα εξέπεμψε, και έτσι ως επί το πλείστον πραγματοποιείται η αντίληψη (επαίσθηση), ειδεμή μόνο η παρουσία του εξωτερικού αντικειμένου φανερώνει. Γιατί χωρίς τη μεταβίβαση από το αντικείμενο κάποιας συνοχής μεταξύ των μερών
δεν είναι δυνατόν να γίνει αυτή η αίσθηση,
γι’ αυτό και δεν πρέπει να θεωρούμε ότι ο ίδιος ο αέρας διαμορφώνεται σε σχήματα από τις φωνές που εκπέμπονται ή ότι σχηματίζεται από κάτι παρόμοιο (γιατί απέχει πολύ από το να πάθει κάτι τέτοιο απ’ αυτές τις φωνές, αλλά με το χτύπημα του αέρα που γίνεται μέσα μας όταν βγάζουμε φωνή, προκαλείται μετατόπιση σωματιδίων που παράγει ρεύμα όμοιο με ανάσα, κι αυτή η μετατόπιση δημιουργεί το αίσθημα της ακοής.

Αλλά πρέπει να θεωρούμε ότι η οσμή, όπως και η ακοή, δεν θα μπορέσει ποτέ να παράγει κανένα αίσθημα
αν δεν μεταβιβάζονται από το αντικείμενο μερικοί σχηματισμοί σωματιδίων κατάλληλων να ερεθίζουν το αισθητήριο της όσφρησης. Μερικοί, από αυτούς το ερεθίζουν κατά τρόπο που προκαλεί σύγχυση και ταραχή και άλλοι δημιουργούν ήσυχα και ευχάριστα ερεθίσματα.

Και κυρίως πρέπει να θεωρούμε ότι τα άτομα από όλες τις ιδιότητες που παρουσιάζονται στον εξωτερικό κόσμο έχουν μόνο το σχήμα, το βάρος, το μέγεθος και όσα είναι αξεχώριστα από το σχήμα. Γιατί πραγματικά κάθε ιδιότητα αλλάζει, ενώ τα άτομα δεν αλλάζουν διόλου αφού πρέπει σε κάθε διάλυση του σύνθετου να μένει κάτι στερεό και αδιάλυτο, κάτι που να κάνει τις αλλαγές με απλή μετάθεση των ατόμων, ώστε οι αλλαγές
να μην καταλήγουν στο μη ον, ούτε και να γίνονται
από το μη ον. Επομένως πρέπει να δεχτούμε ότι εκείνο που αλλάζει θέση είναι άφθαρτο και ότι έχει τη φύση αυτού που μεταβάλλεται, αλλά είναι προικισμένο με δική του μάζα και διαμόρφωση. Γιατί αυτά (μάζα – σχήμα) πρέπει να παραμένουν, να έχουν σταθερή υπόσταση.

Γιατί βέβαια και στην πρακτική μας ζωή, όταν βλέπουμε μορφικές μεταβολές, σύμφωνα με την άποψη που γίνεται παραδεκτή, πάντοτε παραδεχόμαστε το σχήμα σαν ενύπαρκτο όχι όμως και τις ιδιότητες σαν ενύπαρκτες στο αντικείμενο που μεταβάλλεται, αλλά ότι χάνονται από όλο το σώμα. Έτσι λοιπόν αυτά που απομένουν είναι επαρκή για να δημιουργήσουν τις διαφορές των συνθέτων σωμάτων, αφού είναι ανάγκη να παραμείνει κάτι και να μην καταστρέφονται στο μη ον.

Πρέπει, λοιπόν, να θεωρούμε ότι και το ελάχιστο μέρος του ατόμου επίσης έχει την ίδια σχέση με το όλον
Γιατί παρ’ όλη τη μικρότητά του, είναι προφανές ότι ξεπερνά εκείνο που γίνεται αισθητό, διατηρεί όμως τις ίδιες σχέσεις. Πραγματικά, δεχτήκαμε ότι το άτομο έχει ένα μέγεθος από αναλογία προς τα νοητά πράγματα ξεκινώντας από κάτι μικρό και αποφεύγοντας να πάμε πολύ μακριά τα όρια της μικρότητας.
Πρέπει ακόμη να δεχθούμε πως υπάρχουν απόλυτα ελάχιστα και έσχατα όρια μέσα στα άτομα. Αυτά τα ελάχιστα είναι το αρχικό μέτρο για να καθορίζουμε όλα τα μεγέθη, όσο τεράστια και όσο μικρά και αν είναι. Λέμε όλα τα μεγέθη, διότι πρόκειται να εκτιμήσουμε με το συλλογικό τα αόρατα μεγέθη. Γιατί πραγματικά η
κοινή συμμετοχή που υπάρχει σ’ αυτά σχετικά
με τα αμετάβολα, φθάνει για να δικαιολογήσει
το συμπέρασμα αυτό.

Και όμως δεν πρέπει να ορίζουμε για το άπειρο το ανώτερο και το κατώτερο για το ανώτατο και το κατώτατο (σαν να υπάρχει ένα ζενίθ και ναδίρ).
Για τον χώρο πάνω από το κεφάλι μας, όμως, όπου κι αν σταθούμε φθάνει στο άπειρο, και ποτέ δεν θα μας φανεί ο χώρος αυτός ότι είναι άνω και κάτω ταυτόχρονα, αναφορικά με το ίδιο σημείο. Γιατί η όλη κατεύθυνση στην αντίστοιχη περίπτωση νοείται ως επ’ άπειρον επεκτεινόμενη προς την αντίθετη κατεύθυνση.

Επίσης, είναι αναγκαίο τα άτομα να έχουν την ίδια ταχύτητα όταν μετακινούνται δια μέσω του κενού εφ’ όσον δεν συναντούν κανένα εμπόδιο. Γιατί ούτε τα βαριά θα κινηθούν γρηγορότερα από τα μικρά και τα ελαφρά, όταν τίποτα δεν τα αναχαιτίζει, ούτε τα μικρά γρηγορότερα από τα μεγάλα, όσο κι αν βρίσκουν βολικότερο πέρασμα, όταν και σε εκείνα δεν υπάρχει κανένα εμπόδιο. Και η ισότητα αυτή στην ταχύτητα παρατηρείται τόσο στην προς τα πάνω, όσο και στην πλάγια κίνηση που προκαλείται από χτύπημα, αλλά και στην κίνηση προς τα κάτω που οφείλεται στο βάρος τους. Γιατί για όσο χρονικό διάστημα ένα άτομο θα διατηρεί την ώθηση από κάποιο χτύπημα ή από το βάρος του, τόσο διάστημα θα κινείται γρήγορα σαν τη σκέψη, έως ότου συναντήσει εμπόδιο ή από τα έξω ή από το ίδιο του το βάρος αφού δημιουργείται αντίθετη ενέργεια προς τη δύναμη της ωστικής δύναμης.

Από το άλλο μέρος θα λεχθεί ότι τα σύνθετα κινούνται γρηγορότερα αφού τα άτομα έχουν ίσην ταχύτητα. Και αυτό γιατί τα άτομα στα αθροίσματα φέρονται προς μια κατεύθυνση κατά τον ελάχιστο συνεχή χρόνο, μολονότι κινούνται προς διάφορες κατευθύνσεις σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα που μόνο θεωρητικά μπορεί να εκτιμηθεί, αλλά συχνά συγκρούονται ώσπου το συνεχές της μετακίνησης να υποπέσει στην αίσθηση. 
Κανόνας μας είναι ότι μόνο η άμεση παρατήρηση από τις αισθήσεις ή η άμεση κατανόηση από τον νου είναι το σταθερά αληθινό.

Ύστερα από αυτά, αναφορικά με τις αισθήσεις και τα συναισθήματα, πρέπει να έχουμε υπ’όψη μας (γιατί έτσι θα είναι πιο βέβαιη η πίστη), ότι η ψυχή είναι σώμα που αποτελείται από λεπτότατα μέρη κατεσπαρμένα σε ολόκληρο το άθροισμα των σωματικών μορίων, ομοιότατο με άνεμο ανάμεικτο με θερμότητα.
Και από ορισμένες απόψεις είναι όμοιο με άνεμο, ενώ από άλλες με θερμότητα. Αλλά υπάρχει και το τρίτο μέρος που ξεπερνάει κατά πολύ τα δύο άλλα στη λεπτότητα των μορίων του, και μέσω του οποίου βρίσκεται σε στενή επαφή με το υπόλοιπο άθροισμα.
Όλο τούτο το φανερώνουν οι δυνάμεις της ψυχής και τα συναισθήματα και οι συγκινήσεις και οι σκέψεις και αυτά που αν τα στερηθούμε, πεθαίνουμε.
Και όμως ότι η ψυχή κατέχει το μεγαλύτερο μέρος στην αιτιολογία της αίσθησης, αυτό πρέπει να το γνωρίζουμε. ….Γιατί αυτό το ίδιο όχι από δική του δύναμη έχει αποκτήσει την ικανότητα αυτή, αλλά κάποιο άλλο πράγμα που ήταν μαζί μ’ αυτό συνδεμένο του την παρασκεύαζε. Το οποίο με τη δύναμη που συντελείτο γύρω από αυτό (το σώμα) κατά την κίνηση, έχει σαν αποτέλεσμα την ιδιότητα της αισθητικότητας και την μεταβιβάζει σε εκείνο λόγω της γειτνίασης και της συνοχής, όπως είπα, αναμεταξύ τους. Για τούτο, εφ’ όσον η ψυχή ενυπάρχει στο σώμα αυτό ποτέ δεν αναισθητοποιείται ακόμα και αν απαλλαγεί από κάποιο άλλο μέρος του. Αυτό που το περιέχει μπορεί να διαλυθεί ή όλο ή εν μέρει και ως εκ τούτου μπορεί να χάνονται μερίδες της ψυχής, σε πείσμα όμως αυτών, αν η ψυχή κατορθώσει να επιζήσει, θα έχει την ικανότητα της αίσθησης. Το υπόλοιπο όμως άθροισμα, είτε όλο εάν επιζήσει είτε ένα μέρος αυτού εάν επιζήσει, δεν θα έχει την αισθητικότητα εάν απαλλαγεί από εκείνο, όσο κι αν είναι μικρό το πλήθος των ατόμων που συντελούν στη φύση της ψυχής.

Επίσης, αν διαλυθεί το όλο άθροισμα η ψυχή διασκορπίζεται και δεν έχει τις αυτές δυνατότητες ούτε κινείται, ώστε ούτε αισθητικότητα διαθέτει.
Γιατί είναι αδύνατον να θεωρήσουμε ότι αισθάνεται,
αν δεν υπάρχει στον οργανισμό και δεν μπορεί, επομένως, να προκαλέσει αυτές τις κινήσεις, όταν αυτό που την περιέχει και την περιβάλλει δεν είναι πια το ίδιο, όπως και το περιβάλλον όπου τώρα υπάρχει και κινείται.

…..Επομένως, αυτοί που λένε ότι η ψυχή είναι ασώματη λένε ανοησίες. Γιατί τίποτα δεν θα μπορούσε να κάνει ή να πάθει, αν ήταν τέτοια (ασώματη). Τώρα όμως και οι δύο αυτές ιδιότητες φαίνεται φανερά ότι υπάρχουν στην ψυχή. Αυτές, λοιπόν, όλες τις σκέψεις περί της ψυχής εάν τις ανάγει κάποιος στα αισθήματα και στα συναισθήματα, αφού μνημονευθούν αυτά που ελέγχθηκαν από την αρχή, θα φανεί ότι είχαμε κατανοήσει ικανοποιητικά το ζήτημα σε σκιαγραφία και ότι θα μπορέσουμε να εξακριβώσουμε (με πεποίθηση και ακρίβεια) τις λεπτομέρειες.

[Και στο (έργο του) "Περί Φύσεως" παραδέχεται ότι οι κόσμοι είναι φθαρτοί και ότι μεταβάλλονται τα μέρη τους, και, εκτός των άλλων, ότι η γη στηρίζεται (φέρεται) πάνω στον αέρα]. Ακόμη δεν πρέπει να θεωρούμε ότι κατ’ ανάγκη οι κόσμοι έχουν ένα μόνο σχήμα, [αντίθετα στο δεύτερο βιβλίο "Περί Φύσεως" αναφέρει ότι (οι κόσμοι) έχουν διαφορετικά σχήματα,
ότι δηλαδή, άλλοι είναι σφαιρικοί, άλλοι ωοειδείς και άλλοι ότι έχουν διαφορετικό σχήμα. Όμως δεν συμπεριλαμβάνονται όλα τα σχήματα. Και ότι δεν υπάρχουν ζώντα όντα τα οποία αποσπάστηκαν από το άπειρο].
Αλλά πρέπει να λάβουμε υπόψη μας ότι και η φύση
(ο άνθρωπος) πολλά και διάφορα διδάχτηκε και αναγκάστηκε από τα ίδια τα γεγονότα
. Ο δε λογισμός ήρθε ύστερα ν’ αποδείξει αυτά που προσελήφθησαν μ’ αυτόν τον τρόπο και να κάνει καινούργιες ανακαλύψεις. Αυτό σε ορισμένες φυλές έγινε νωρίς, σε άλλες αργότερα.

(συνεχίζεται..)

Ε Π Ι Κ Ο Υ Ρ Ο Σ