Aυτά τα δέντρα δε βολεύονται με λιγότερο ουρανό,
αυτές οι πέτρες δε βολεύονται
κάτου απ’ τα ξένα βήματα,
αυτά τα πρόσωπα δε βολεύονται
παρά μόνο στον  ή λ ι ο,
αυτές οι καρδιές δε βολεύονται
παρά μόνο στο δ ί κ ι ο.

Eτούτο το τοπίο είναι σκληρό σαν τη σιωπή,
σφίγγει στον κόρφο του
τα  π υ ρ ω μ έ ν α  του  λιθάρια,
σφίγγει στο φως τις ορφανές ελιές του
και τ’ αμπέλια του,
σφίγγει τα δόντια. Δεν υπάρχει νερό.
M ο ν ά χ α   Φ ω ς.
O δρόμος χάνεται στο φως
κι ο ίσκιος της μάντρας είναι σίδερο….

 

….τα χέρια εκείνα που απομείναν στα χωράφια
ή απάνου στα βουνά ή κάτου απ’ τη θάλασσα,
δεν ξεχνάνε, ποτέ δεν ξεχνάνε… –

 

Θα χρειαστεί καιρός. Kαι πρέπει να μιλήσουμε.
Ώσπου να βρούν το ψωμί και το δίκιο τους…

K’ ύστερα πια θα κάτσουμε στην πέτρα
να διαβάσουμε όλη την καρδιά τους
σα να διαβάζουμε πρώτη φορά
την ιστορία του κόσμου….

 

Πού να τραβήξεις; Σε φωνάζει ο αδερφός σου.
Xτισμένη η νύχτα ολόγυρα
απ’ τους ίσκιους ξένων καραβιών.
Kλεισμένοι οι δρόμοι απ’ τα ντουβάρια.
M ό ν ο  για τα  ψ η λ ά  είναι ακόμα  δ ρ ό μ ο ς…

 

 Δεν πικραίνεται. A ύ ρ ι ο,  λέει.
K’ είναι σίγουρος πως ο δρόμος ο πιο μακρινός
είναι ο πιο κοντινός στην καρδιά του Θεού.
Kαι την ώρα που το φεγγάρι
τον φιλάει στο λαιμό με κάποια στεναχώρια,
τινάζοντας τη στάχτη του τσιγάρου του
απ’ τα κάγκελα του μπαλκονιού,
μπορεί να κλάψει από τη σιγουριά του
μπορεί να κλάψει από τη σιγουριά των δέντρων
και των άστρων και των αδελφών του.

 

Τη  Ρ ω μ ι ο σ ύ ν η  μην την κλαις
εκεί που πάει να σκύψει
με το σουγιά στο κόκκαλο
με το λουρί στο σβέρκο

Νάτη πετιέται απο ξαρχής
κι αντριεύει και θεριεύει
και  κ α μ α κ ώ ν ε ι  το θεριό
με το  κ α μ ά κ ι  του ή λ ι ο υ…