Ο Επίκουρος στέλνει χαιρετισμούς στον Ηρόδοτο

Γι’ αυτούς που δεν μπορούν, Ηρόδοτε, να μελετήσουν με ακρίβεια κάθε ένα από αυτά που έχουν γραφεί από εμένα στο Περί φύσεως, ούτε να διεξέλθουν
τα μεγαλύτερα συγγράμματα που έχουν από εμένα συνταχθεί, έχω συνθέσει επιτομή ολόκληρου του συστήματος για να μπορούν να κρατούν στη μνήμη τους οι ενδιαφερόμενοι τα βασικότερα της διδασκαλίας μου και για να μπορούν σε κάθε ευκαιρία να έχουν γι’ αυτά ένα βοήθημα, όταν θα απασχολούνται με τη μελέτη της φύσεως. Αλλά και αυτοί που έχουν προχωρήσει αρκετά
σην εποπτεία του όλου συστήματος, θα πρέπει να έχουν στο μυαλό τους μια στοιχειώδη σκιαγραφία για όλη τη διαπραγμάτευση του θέματος.

……έκανα για σένα μια επιτομή και στοιχειώδη
περίληψη όλων των απόψεων.

Πρώτα λοιπόν, Ηρόδοτε, πρέπει να ορίσουμε με ακρίβεια τις έννοιες που αντιστοιχούν στις λέξεις, για να μπορούμε να φτάσουμε σε κρίσεις ανάγοντας σ’ αυτές τις έννοιες, τις γνώμες, τις έρευνες και τις απορίες, και να μη χάνονται οι αποδείξεις μας στο άπειρο, αφού όλα θα τα αφήνουμε άκριτα ή θα χρησιμοποιούμε άδειες φράσεις. Γιατί είναι ανάγκη το αρχικό νόημα κάθε λέξης να είναι φανερό και να μη χρειαζόμαστε απόδειξη,
αν θέλουμε να έχουμε κάτι σταθερό, στο οποίο θα αναφερόμαστε σε σχέση με αυτό που ζητάμε ή ερευνάμε ή υποθέτουμε.

Επίσης, θα πρέπει να στηριζόμαστε στις αισθήσεις και συγκεκριμένα στις παραστάσεις που μας δίνει η διάνοια ή όποιο άλλο κριτήριο, καθώς επίσης και στα σχετικά
μ’ αυτά συναισθήματα, για να μπορούμε με βάση αυτά να βγάλουμε συμπεράσματα για όσα επιδέχονται επιβεβαίωση και για τα άδηλα.
Αφού τα συμπεριλάβουμε αυτά, πρέπει ήδη να μελετήσουμε και τα άδηλα.

Πρώτα πρώτα (πρέπει να ειπούμε) ότι τίποτα δεν γίνεται από το μη ον. Γιατί τότε όλα τα πράγματα θα γίνονταν από όλα [αδιακρίτως] και τίποτα δεν θα είχε ανάγκη από κάποιο σπόρο. Και αν διαλυόταν αυτό που χάνεται σ’ αυτό που δεν υπάρχει, θα είχαν χαθεί όλα τα πράγματα, επειδή αυτό στο οποίο θα διαλύονταν, θα ήταν το μη ον. Και όμως και το σύμπαν πάντοτε τέτοιο ήταν, όποιο είναι και τώρα, και αιωνίως τέτοιο θα είναι. Γιατί δεν υπάρχει τίποτα άλλο στο οποίο να μεταβληθεί. Διότι κοντά στο σύμπαν δεν υπάρχει τίποτα, το οποίο αφού έμπαινε μέσα σ’ αυτό, θα μπορούσε να κάνει τη μεταβολή.

Αλλά και το σύμπαν αποτελείται από σώματα και κενό. Ότι υπάρχουν τα σώματα, το επιβεβαιώνει κυρίως η ίδια η αίσθηση, σύμφωνα με την οποία είναι αναγκαίο να συμπεραίνεται το άδηλο με τον συλλογισμό, όπως προηγούμενα ανάφερα. Εάν δεν υπήρχε αυτό που το ονομάζουμε κενό και χώρο και ανέγγιχτη φύση, δεν θα είχαν τα σώματα που να σταθούν ή που να κινηθούν, ενώ ακριβώς όπως φαίνεται κινούνται.

Εκτός από αυτά (τα σώματα και το κενό) τίποτα δεν είναι δυνατόν να συλληφθεί από τον νου ότι υπάρχει, ούτε με άμεση αντίληψη, ούτε κατ’ αναλογία με αυτή, γιατί όλα θεωρούνται ως φυσικά σύνολα και όχι
ως αυτά που λέγονται ιδιότητες ή συμβεβηκότα.

Και μάλιστα από τα σώματα άλλα είναι σύνθετα κι άλλα απλά, από τα οποία έχουν γίνει τα σύνθετα . Αυτά είναι άτομα (αδιαίρετα) και αμετάβλητα, αν βέβαια δεν πρόκειται όλα να καταστραφούν στο μη ον, αλλά παραμένουν ισχυρά, όταν τα σύνθετα σώματα διαλύονται, γιατί έχουν φύση ολοκληρωμένη και επειδή είναι αδύνατον να διαλυθούν οπωσδήποτε και οπουδήποτε. Ώστε είναι αναγκαίο οι πρώτες αρχές να είναι άτμητες οντότητες.

Αλλ’ όμως το σύμπαν είναι άπειρο, γιατί αυτό που είναι πεπερασμένο, έχει κάποιο άκρο. Το δε άκρο νοείται σε σύγκριση με κάποιο άλλο, επομένως αυτό που δεν έχει άκρο, δεν έχει πέρας. Και εφ’ όσον δεν έχει πέρας, άπειρο θα είναι και όχι πεπερασμένο.

Και μάλιστα το σύμπαν είναι άπειρο και κατά το πλήθος των σωμάτων και ως προς το μέγεθος του κενού…..

Επί πλέον τα άτομα των σωμάτων που δεν έχουν κενά και από τα οποία αποτελούνται τα σύνθετα σώματα και στα οποία διαλύονται, είναι ασύλληπτα ως προς τις διαφορές των σχημάτων τους. Γιατί δεν είναι δυνατόν να γίνει τόσο μεγάλη ποικιλία πραγμάτων όταν έχουν συμπεριληφθεί όμοια σχήματα….

Και συνεχώς κινούνται τα άτομα [..κινούνται με ίση ταχύτητα, αφού το κενό παρέχει την ίδια δυνατότητα και στο πολύ βαρύ και στο πολύ ελαφρύ] στον αιώνα τον άπαντα και μερικά απέχουν μεγάλη απόσταση το ένα από το άλλο, άλλα πάλι πάλλουν επί τόπου, αν βρεθούν κλεισμένα μέσα σε περιπλοκή ή τριγυρισμένα από μάζα άλλων ατόμων πλασμένων να περιπλέκουν….. 

Αρχή δε αυτών δεν υπάρχει, αφού τα άτομα και το κενό είναι αιώνια. [Αναφέρει στη συνέχεια πιο κάτω ότι τα άτομα δεν έχουν καμία ιδιότητα εκτός από το σχήμα, το μέγεθος και το βάρος. Το δε χρώμα αλλάζει ένεκα της θέσης των ατόμων, (όπως) ισχυρίζεται στο έργο του “

Δώδεκα στοιχειώσεις”. Σχετικά με τα άτομα, δεν υπάρχει σ’ αυτά κανένα μέγεθος. Γιατί κανένα άτομο ποτέ δεν έχει γίνει αντιληπτό από τις αισθήσεις].

Η επανάληψη σε τέτοια έκταση όλων αυτών που τώρα φέρνουμε στο μυαλό μας, μας δίνει επαρκή σκιαγραφία για να καταλάβουμε τη φύση των όντων.
Αλλ’ όμως και οι κόσμοι είναι άπειροι, τόσο οι όμοιοι με τον δικό μας όσο και οι ανόμοιοι. Επειδή τα άτομα είναι άπειρα, όπως προ ολίγου αποδείχθηκε, μπορούν να πηγαίνουν ως τις πιο μακρινές αποστάσεις.
Γιατί αυτού του είδους τα άτομα από τα οποία θα ήταν δυνατόν να γεννηθεί ο κόσμος ή από τα οποία θα μπορούσε να δημιουργηθεί, δεν εξαντλούνται.. ούτε με ένα κόσμο, ούτε με πεπερασμένο αριθμό ,ούτε με όσους είναι τέτοιοι, ούτε με όσους είναι διαφορετικοί από το δικό μας. Επομένως τίποτε δεν υπάρχει το οποίο θα σταθεί εμπόδιο στο άπειρο των κόσμων.

Και όμως και εικόνες υπάρχουν εκτός από τα στερεά σώματα που έχουν το ίδιο σχήμα.. με εκείνα και που ξεπερνούν ασύγκριτα σε λεπτότητα όλα τα πράγματα που βλέπουμε. Γιατί πραγματικά δεν είναι αδύνατο να γίνονται στο περιβάλλον ενώσεις τέτοιες ούτε να λείπουν ευνοϊκές συνθήκες για την δημιουργία – κατεργασία κοιλωμάτων και επιφανειών, ούτε οι απόρροιες να μην διατηρήσουν την ίδια θέση και τάξη που έχουν μέσα στα στερεά. Αυτούς τους τύπους τους ονομάζουμε είδωλα . Και όμως, εφ’ όσον το κενό δεν αντιστέκεται καθόλου στη δια μέσου του κίνηση, καθίσταται δυνατό να καλυφθούν αποστάσεις από τα είδωλα σε χρονικό διάστημα αδιανόητο από το νου μας.
Γιατί η βραδύτητα είναι η δύναμη της αντίστασης,
η οποία συντελεί στην ανακοπή της ταχύτητας,
και στο σημείο αυτό δεν υπάρχει αντίσταση.

Αλλά, όμως, σε χρόνο τόσο ελάχιστο, που δεν μπορεί το λογικό μας να συλλάβει, είναι δυνατόν το κινούμενο σώμα να βρεθεί σε τόπους περισσότερους από έναν – πράγμα που και αυτό είναι αδιανόητο – και είναι δυνατόν ταυτόχρονα να φθάνει σε χρόνο αισθητά αντιληπτό, από το άπειρο, από οποιοδήποτε σημείο,
και άσχετα τελείως από την κίνηση που μπορούνε
να αντιληφθούμε. Επειδή η αντίσταση δημιουργεί την αλλαγή κατεύθυνσης. Αυτό, μάλιστα, (γίνεται) χωρίς να υπολογίσουμε την ταχύτητά του. Είναι δε χρήσιμο να αντιληφθούμε και τούτο το στοιχείο.

Έπειτα (πρέπει να αντιληφθούμε) ότι η λεπτότητα των ειδώλων δεν συγκρίνεται με τα φαινόμενα. Επομένως έχουν και ανυπέρβλητη ταχύτητα, εφ’ όσον πάντοτε βρίσκουν δίοδο για να περάσουν, διότι δεν υπάρχει τίποτα που να μπορεί να εμποδίσει, αντίθετα, όμως, αν βρίσκονται πολλά μαζί και άπειρα, κατ’ εξοχήν βρίσκουν αντίσταση.

Εκτός δε από αυτά πρέπει να προσθέσουμε ότι η γένεση των ειδώλων είναι γοργή όπως η σκέψη. Και διότι γίνεται από την επιφάνεια των σωμάτων συνεχής ροή χωρίς να σημειώνεται αισθητή ελάττωση στα τελευταία 
…..Μερικά από αυτά τα είδωλα σχηματίζονται πολύ γρήγορα στον αέρα γιατί δεν χρειάζεται να έχουν καμία στερεά σύσταση. Υπάρχουν και μερικοί άλλοι τρόποι που με αυτούς μπορούν να σχηματιστούν αυτά τα είδη. Γιατί κανένα από αυτά δεν διαψεύδεται από τις αισθήσεις, αν ζητήσει κανένας να μάθει με ποιο τρόπο οι παραστάσεις από τον εξωτερικό κόσμο θα έρχονται προς εμάς.

Πρέπει ακόμη να δεχτούμε ότι κάτι έρχεται από τα έξω προς εμάς και μας κάνει να βλέπουμε τις μορφές και να τις νιώθουμε. Γιατί στα εξωτερικά αντικείμενα δεν θα μπορούσαν να αποτυπώσουν την δική τους φύση, τόσο τα χρώματα όσο και τις μορφές, που υπάρχει ανάμεσα
σ’ αυτά και σ’ εμάς, ούτε διαμέσου των ακτίνων, ούτε
με οποιασδήποτε φύσεως ρεύματα που εκπορεύονται από εμάς προς εκείνα.

Τίποτα από όλα αυτά δεν δίνει ικανοποιητική εξήγηση έστω κι αν δεχτούμε ότι από τα αντικείμενα αποσπώνται είδωλα όμοια στη μορφή και στο χρώμα με τα σώματα που περνούν σ’ εμάς σε μέγεθος αναλογικά με το μάτι και τον νου, σμικρυνόμενα είδωλα που τρέχουν με τη μεγαλύτερη ταχύτητα. Έπειτα από αυτή την αιτία επειδή τα είδωλα αυτά κινούνται με μεγάλη ταχύτητα, πράγμα που τα κάνει ικανά να σχηματίσουν με τη συγκέντρωσή τους την παράσταση ενιαίου και συναρτημένου αντικειμένου και να διατηρήσουν την ομοιομορφία με το αντικείμενο, παρά το κενό του εσωτερικού τους. Γιατί το σώμα δίνει σε κάθε τους επιφάνεια αρκετό στήριγμα με τη βοήθεια της προώθησης που αποτυπώνεται στο είδωλο από το εσωτερικό προς το εξωτερικό, από τα δονούμενα άτομα του στερεού και γεμάτου σώματος που την εκπέμπει στο γύρω χώρο και έτσι η παράσταση την οποία θα λάβουμε με το νου ή με τα αισθητήρια, είτε πρόκειται για τη μορφή είτε για τις συμπυκνωτικές ιδιότητες, είναι πάντοτε η μορφή του στερεού, η οποία έγινε από το ίδιο το αντικείμενο που σχηματίστηκε από τη μια και από την άλλη από το απόθεμα των ειδώλων που έχει αφήσει το αντικείμενο.

Το λάθος και η πλάνη βρίσκονται πάντοτε στη γνώμη που έχει σχηματισθεί εκ των προτέρων, όταν ένα γεγονός περιμένει επιβεβαίωση ή απουσία αντίφασης και ύστερα δεν επιβεβαιώνεται ή αντιφάσκεται.
Γιατί και η ομοιότητα αυτών που πραγματικά υπάρχουν και ονομάζονται αληθινά δεν θα μπορούσε να εξηγηθεί αν δεν υπάρχουν από τη μια μεριά είδωλα σταλμένα σ’ εμάς, οι μορφές που βλέπουμε π.χ. στους καθρέπτες ή στα όνειρα ή κάποια άλλα πλάσματα του νου ή των υπολοίπων κριτηρίων.
Το δε λάθος (από την άλλη μεριά) δεν θα υπήρχε αν δεν αντιλαμβανόμαστε και κάποια άλλη κίνηση, συνδεδεμένη μεν [με την φανταστική επιβολή], χωρισμένη, όμως, από το αντικείμενο. Σύμφωνα με αυτή, αν δεν επιβεβαιωθεί
ή αν διαψευσθεί, η πλάνη προκύπτει, αν επιβεβαιωθεί
ή δε διαψευσθεί, προκύπτει η αλήθεια.
Και πρέπει αυτή την άποψη πολύ καλά να την κατέχουμε. Αν θέλουμε να μην αναιρέσουμε όλα τα κριτήρια που βασίζονται στην ενάργεια, ούτε με το να επιβεβαιώνουμε το λάθος κατά τον ίδιο τρόπο και φέρουμε σε όλα αυτά γενική σύγχυση.

Αλλ’ όμως και η ακοή με τη σειρά της γίνεται από κάποιο ρεύμα που έρχεται σ’ εμάς από αντικείμενο που εκπέμπει φωνή ή ήχο ή κρότο ή με οποιοδήποτε τρόπο παράγει το αίσθημα της ακοής. Το ρεύμα αυτό διασκορπίζεται σε ομοιογενή σωματίδια, τα οποία διατηρούν κάποια αμοιβαία συνοχή και ενότητα που επεκτείνεται ως το αντικείμενο που τα εξέπεμψε, και έτσι ως επί το πλείστον πραγματοποιείται η αντίληψη (επαίσθηση), ειδεμή μόνο η παρουσία του εξωτερικού αντικειμένου φανερώνει. Γιατί χωρίς τη μεταβίβαση από το αντικείμενο κάποιας συνοχής μεταξύ των μερών
δεν είναι δυνατόν να γίνει αυτή η αίσθηση,
γι’ αυτό και δεν πρέπει να θεωρούμε ότι ο ίδιος ο αέρας διαμορφώνεται σε σχήματα από τις φωνές που εκπέμπονται ή ότι σχηματίζεται από κάτι παρόμοιο (γιατί απέχει πολύ από το να πάθει κάτι τέτοιο απ’ αυτές τις φωνές, αλλά με το χτύπημα του αέρα που γίνεται μέσα μας όταν βγάζουμε φωνή, προκαλείται μετατόπιση σωματιδίων που παράγει ρεύμα όμοιο με ανάσα, κι αυτή η μετατόπιση δημιουργεί το αίσθημα της ακοής.

Αλλά πρέπει να θεωρούμε ότι η οσμή, όπως και η ακοή, δεν θα μπορέσει ποτέ να παράγει κανένα αίσθημα
αν δεν μεταβιβάζονται από το αντικείμενο μερικοί σχηματισμοί σωματιδίων κατάλληλων να ερεθίζουν το αισθητήριο της όσφρησης. Μερικοί, από αυτούς το ερεθίζουν κατά τρόπο που προκαλεί σύγχυση και ταραχή και άλλοι δημιουργούν ήσυχα και ευχάριστα ερεθίσματα.

Και κυρίως πρέπει να θεωρούμε ότι τα άτομα από όλες τις ιδιότητες που παρουσιάζονται στον εξωτερικό κόσμο έχουν μόνο το σχήμα, το βάρος, το μέγεθος και όσα είναι αξεχώριστα από το σχήμα. Γιατί πραγματικά κάθε ιδιότητα αλλάζει, ενώ τα άτομα δεν αλλάζουν διόλου αφού πρέπει σε κάθε διάλυση του σύνθετου να μένει κάτι στερεό και αδιάλυτο, κάτι που να κάνει τις αλλαγές με απλή μετάθεση των ατόμων, ώστε οι αλλαγές
να μην καταλήγουν στο μη ον, ούτε και να γίνονται
από το μη ον. Επομένως πρέπει να δεχτούμε ότι εκείνο που αλλάζει θέση είναι άφθαρτο και ότι έχει τη φύση αυτού που μεταβάλλεται, αλλά είναι προικισμένο με δική του μάζα και διαμόρφωση. Γιατί αυτά (μάζα – σχήμα) πρέπει να παραμένουν, να έχουν σταθερή υπόσταση.

Γιατί βέβαια και στην πρακτική μας ζωή, όταν βλέπουμε μορφικές μεταβολές, σύμφωνα με την άποψη που γίνεται παραδεκτή, πάντοτε παραδεχόμαστε το σχήμα σαν ενύπαρκτο όχι όμως και τις ιδιότητες σαν ενύπαρκτες στο αντικείμενο που μεταβάλλεται, αλλά ότι χάνονται από όλο το σώμα. Έτσι λοιπόν αυτά που απομένουν είναι επαρκή για να δημιουργήσουν τις διαφορές των συνθέτων σωμάτων, αφού είναι ανάγκη να παραμείνει κάτι και να μην καταστρέφονται στο μη ον.

Πρέπει, λοιπόν, να θεωρούμε ότι και το ελάχιστο μέρος του ατόμου επίσης έχει την ίδια σχέση με το όλον
Γιατί παρ’ όλη τη μικρότητά του, είναι προφανές ότι ξεπερνά εκείνο που γίνεται αισθητό, διατηρεί όμως τις ίδιες σχέσεις. Πραγματικά, δεχτήκαμε ότι το άτομο έχει ένα μέγεθος από αναλογία προς τα νοητά πράγματα ξεκινώντας από κάτι μικρό και αποφεύγοντας να πάμε πολύ μακριά τα όρια της μικρότητας.
Πρέπει ακόμη να δεχθούμε πως υπάρχουν απόλυτα ελάχιστα και έσχατα όρια μέσα στα άτομα. Αυτά τα ελάχιστα είναι το αρχικό μέτρο για να καθορίζουμε όλα τα μεγέθη, όσο τεράστια και όσο μικρά και αν είναι. Λέμε όλα τα μεγέθη, διότι πρόκειται να εκτιμήσουμε με το συλλογικό τα αόρατα μεγέθη. Γιατί πραγματικά η
κοινή συμμετοχή που υπάρχει σ’ αυτά σχετικά
με τα αμετάβολα, φθάνει για να δικαιολογήσει
το συμπέρασμα αυτό.

Και όμως δεν πρέπει να ορίζουμε για το άπειρο το ανώτερο και το κατώτερο για το ανώτατο και το κατώτατο (σαν να υπάρχει ένα ζενίθ και ναδίρ).
Για τον χώρο πάνω από το κεφάλι μας, όμως, όπου κι αν σταθούμε φθάνει στο άπειρο, και ποτέ δεν θα μας φανεί ο χώρος αυτός ότι είναι άνω και κάτω ταυτόχρονα, αναφορικά με το ίδιο σημείο. Γιατί η όλη κατεύθυνση στην αντίστοιχη περίπτωση νοείται ως επ’ άπειρον επεκτεινόμενη προς την αντίθετη κατεύθυνση.

Επίσης, είναι αναγκαίο τα άτομα να έχουν την ίδια ταχύτητα όταν μετακινούνται δια μέσω του κενού εφ’ όσον δεν συναντούν κανένα εμπόδιο. Γιατί ούτε τα βαριά θα κινηθούν γρηγορότερα από τα μικρά και τα ελαφρά, όταν τίποτα δεν τα αναχαιτίζει, ούτε τα μικρά γρηγορότερα από τα μεγάλα, όσο κι αν βρίσκουν βολικότερο πέρασμα, όταν και σε εκείνα δεν υπάρχει κανένα εμπόδιο. Και η ισότητα αυτή στην ταχύτητα παρατηρείται τόσο στην προς τα πάνω, όσο και στην πλάγια κίνηση που προκαλείται από χτύπημα, αλλά και στην κίνηση προς τα κάτω που οφείλεται στο βάρος τους. Γιατί για όσο χρονικό διάστημα ένα άτομο θα διατηρεί την ώθηση από κάποιο χτύπημα ή από το βάρος του, τόσο διάστημα θα κινείται γρήγορα σαν τη σκέψη, έως ότου συναντήσει εμπόδιο ή από τα έξω ή από το ίδιο του το βάρος αφού δημιουργείται αντίθετη ενέργεια προς τη δύναμη της ωστικής δύναμης.

Από το άλλο μέρος θα λεχθεί ότι τα σύνθετα κινούνται γρηγορότερα αφού τα άτομα έχουν ίσην ταχύτητα. Και αυτό γιατί τα άτομα στα αθροίσματα φέρονται προς μια κατεύθυνση κατά τον ελάχιστο συνεχή χρόνο, μολονότι κινούνται προς διάφορες κατευθύνσεις σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα που μόνο θεωρητικά μπορεί να εκτιμηθεί, αλλά συχνά συγκρούονται ώσπου το συνεχές της μετακίνησης να υποπέσει στην αίσθηση. 
Κανόνας μας είναι ότι μόνο η άμεση παρατήρηση από τις αισθήσεις ή η άμεση κατανόηση από τον νου είναι το σταθερά αληθινό.

Ύστερα από αυτά, αναφορικά με τις αισθήσεις και τα συναισθήματα, πρέπει να έχουμε υπ’όψη μας (γιατί έτσι θα είναι πιο βέβαιη η πίστη), ότι η ψυχή είναι σώμα που αποτελείται από λεπτότατα μέρη κατεσπαρμένα σε ολόκληρο το άθροισμα των σωματικών μορίων, ομοιότατο με άνεμο ανάμεικτο με θερμότητα.
Και από ορισμένες απόψεις είναι όμοιο με άνεμο, ενώ από άλλες με θερμότητα. Αλλά υπάρχει και το τρίτο μέρος που ξεπερνάει κατά πολύ τα δύο άλλα στη λεπτότητα των μορίων του, και μέσω του οποίου βρίσκεται σε στενή επαφή με το υπόλοιπο άθροισμα.
Όλο τούτο το φανερώνουν οι δυνάμεις της ψυχής και τα συναισθήματα και οι συγκινήσεις και οι σκέψεις και αυτά που αν τα στερηθούμε, πεθαίνουμε.
Και όμως ότι η ψυχή κατέχει το μεγαλύτερο μέρος στην αιτιολογία της αίσθησης, αυτό πρέπει να το γνωρίζουμε. ….Γιατί αυτό το ίδιο όχι από δική του δύναμη έχει αποκτήσει την ικανότητα αυτή, αλλά κάποιο άλλο πράγμα που ήταν μαζί μ’ αυτό συνδεμένο του την παρασκεύαζε. Το οποίο με τη δύναμη που συντελείτο γύρω από αυτό (το σώμα) κατά την κίνηση, έχει σαν αποτέλεσμα την ιδιότητα της αισθητικότητας και την μεταβιβάζει σε εκείνο λόγω της γειτνίασης και της συνοχής, όπως είπα, αναμεταξύ τους. Για τούτο, εφ’ όσον η ψυχή ενυπάρχει στο σώμα αυτό ποτέ δεν αναισθητοποιείται ακόμα και αν απαλλαγεί από κάποιο άλλο μέρος του. Αυτό που το περιέχει μπορεί να διαλυθεί ή όλο ή εν μέρει και ως εκ τούτου μπορεί να χάνονται μερίδες της ψυχής, σε πείσμα όμως αυτών, αν η ψυχή κατορθώσει να επιζήσει, θα έχει την ικανότητα της αίσθησης. Το υπόλοιπο όμως άθροισμα, είτε όλο εάν επιζήσει είτε ένα μέρος αυτού εάν επιζήσει, δεν θα έχει την αισθητικότητα εάν απαλλαγεί από εκείνο, όσο κι αν είναι μικρό το πλήθος των ατόμων που συντελούν στη φύση της ψυχής.

Επίσης, αν διαλυθεί το όλο άθροισμα η ψυχή διασκορπίζεται και δεν έχει τις αυτές δυνατότητες ούτε κινείται, ώστε ούτε αισθητικότητα διαθέτει.
Γιατί είναι αδύνατον να θεωρήσουμε ότι αισθάνεται,
αν δεν υπάρχει στον οργανισμό και δεν μπορεί, επομένως, να προκαλέσει αυτές τις κινήσεις, όταν αυτό που την περιέχει και την περιβάλλει δεν είναι πια το ίδιο, όπως και το περιβάλλον όπου τώρα υπάρχει και κινείται.

…..Επομένως, αυτοί που λένε ότι η ψυχή είναι ασώματη λένε ανοησίες. Γιατί τίποτα δεν θα μπορούσε να κάνει ή να πάθει, αν ήταν τέτοια (ασώματη). Τώρα όμως και οι δύο αυτές ιδιότητες φαίνεται φανερά ότι υπάρχουν στην ψυχή. Αυτές, λοιπόν, όλες τις σκέψεις περί της ψυχής εάν τις ανάγει κάποιος στα αισθήματα και στα συναισθήματα, αφού μνημονευθούν αυτά που ελέγχθηκαν από την αρχή, θα φανεί ότι είχαμε κατανοήσει ικανοποιητικά το ζήτημα σε σκιαγραφία και ότι θα μπορέσουμε να εξακριβώσουμε (με πεποίθηση και ακρίβεια) τις λεπτομέρειες.

[Και στο (έργο του) "Περί Φύσεως" παραδέχεται ότι οι κόσμοι είναι φθαρτοί και ότι μεταβάλλονται τα μέρη τους, και, εκτός των άλλων, ότι η γη στηρίζεται (φέρεται) πάνω στον αέρα]. Ακόμη δεν πρέπει να θεωρούμε ότι κατ’ ανάγκη οι κόσμοι έχουν ένα μόνο σχήμα, [αντίθετα στο δεύτερο βιβλίο "Περί Φύσεως" αναφέρει ότι (οι κόσμοι) έχουν διαφορετικά σχήματα,
ότι δηλαδή, άλλοι είναι σφαιρικοί, άλλοι ωοειδείς και άλλοι ότι έχουν διαφορετικό σχήμα. Όμως δεν συμπεριλαμβάνονται όλα τα σχήματα. Και ότι δεν υπάρχουν ζώντα όντα τα οποία αποσπάστηκαν από το άπειρο].
Αλλά πρέπει να λάβουμε υπόψη μας ότι και η φύση
(ο άνθρωπος) πολλά και διάφορα διδάχτηκε και αναγκάστηκε από τα ίδια τα γεγονότα
. Ο δε λογισμός ήρθε ύστερα ν’ αποδείξει αυτά που προσελήφθησαν μ’ αυτόν τον τρόπο και να κάνει καινούργιες ανακαλύψεις. Αυτό σε ορισμένες φυλές έγινε νωρίς, σε άλλες αργότερα.

(συνεχίζεται..)

Ε Π Ι Κ Ο Υ Ρ Ο Σ