Κ ρ ά τ η σ α  τη  ζ ω ή  μου
ταξιδεύοντας ανάμεσα σε κίτρινα δέντρα,
κάτω απ’το πλάγιασμα της βροχής,
σε σιωπηλές πλαγιές φορτωμένες
με τα φύλλα της οξιάς..
Κ α μ ι ά  φ ω τ ι ά
στην κορυφή τους βραδιάζει.

Γ. Σεφέρης
                                                                                             

                                                       

                                                                                                                                       

                                                                                                                        

Μ ι λ ο ύ σ ε ς  για πράγματα
που δεν τα΄βλεπαν κι αυτοί γελούσαν

Όμως να λάμνεις στο σκοτεινό ποταμό
Πάνω νερά
Να πηγαίνεις στον αγνοημένο δρόμο
Στα τυφλά, πεισματάρης..
Και να γυρεύεις  λ ό γ ι α  ρ ι ζ ω μ έ ν α
Σαν το πολύροζο λιόδεντρο
Άφησε κι ας γελούν
Και να ποθείς να κατοικήσει κι ο άλλος κόσμος
Στη σημερινή πνιγερή μοναξιά
Στ’αφανισμένο τούτο παρόν..
Άφησέ τους

Ο θαλασσινός άνεμος κι η δροσιά της αυγής
Υ π ά ρ χ ο υ ν  χωρίς να το ζητήσει κανένας.

                             Γιώργος Σεφέρης                                  

                                                       

                                                                                                                                       

                                                              
                                                         

Η λεύκα στο μικρό περιβόλι
η α ν ά σ α  της μετρά τις  ώ ρ ε ς  σου
μέρα και νύχτα..
κλεψύδρα που γεμίζει ὁ οὐρανός.
Στη δύναμη του φεγγαριού τα φύλλα της
σέρνουν μαύρα πατήματα στον άσπρο τοίχο.
Στο σύνορο  ε ί ν α ι  λιγοστὰ τα πεύκα
έπειτα μάρμαρα και φωταψίες..
κι ά ν θ ρ ω π ο ι
καθώς είναι πλασμένοι οι άνθρωποι.
Ο κότσυφας  ό μ ω ς  τ ι τ ι β ί ζ ε ι
σαν έρχεται να πιεί
κι ακούς καμιά φορα φωνή της δεκοχτούρας.

Στο μικρό περιβόλι δέκα δρασκελιές
μπορεί να ιδείς το  φ ω ς  του Ή λ ι ο υ
να πέφτει σε δυο κόκκινα γαρούφαλα
σε μιαν ε λ ι α  και λίγο αγιόκλημα.
Δ έ ξ ο υ  ποιός ε ί σ α ι.
Το  π ο ί η μ α  μην το καταποντίζεις
στα βαθιά πλατάνια
θρέψε το με το χώμα και το βράχο που έχεις.
Τα περισσότερα –
σ κ ά ψ ε  στον ίδιο  τ ό π ο  να τα βρείς.

Γιωργος Σεφέρης
                                                                                              

                                                       

                                                                                                                                       

Πότε θα ξαναμιλήσεις;
Είναι παιδιά πολλών ανθρώπων
τα  λ ό γ ι α  μας.
Σπέρνουνται γεννιούνται σαν τα βρέφη
ρ ι ζ ώ ν ο υ ν  θρέφονται με το αίμα.

Όπως τα πεύκα κρατούνε τη μορφή του αγέρα
ενώ ο αγέρας έφυγε, δεν είναι εκεί.
Το ίδιο τα  λ ό γ ι α   φυλάγουν
τη μορφή του ανθρώπου
κι ο άνθρωπος έφυγε δεν είναι εκεί.

Ίσως γυρεύουν να μιλήσουν τ’άστρα
που πάτησαν τη τόση γύμνια σου μια νύχτα.
Ο Κύκνος, ο Τοξότης, ο Σκορπιός… ίσως εκείνα.

Αλλά πού θα  ε ί σ α ι  τη στιγμή
που θα ‘ρθει εδώ σ’αυτό το θέατρο το  φ ω ς;

Γ. Σεφέρης