«Τι φως και χρώμα κ’ εμορφιά
να σκόρπιζε τ’ αστέρι
οπού στην κούνια του Χριστού
τους Μάγους έχει φέρει!
Ποιός άγγελος το διάλεξε
για τέτοιο ταχυδρόμο!

Τ’ άλλα τ’ αστέρια θα’ βλεπαν
το φωτεινό του δρόμο
κι από τη ζήλεια θα’ τρεμαν…
και μόνο όταν τα λαμπρά
Χ ρ ι σ τ ο ύ γ ε ν ν α  θα’ μπουν 
θαρρώ πως οι ακτίνες του
μες την ψυχή μου λάμπουν».

  Κ. Παλαμάς
                                                                                                 

                               
                                    

 
                                                                                                 

Ένας Θεός

Ω, μέσα μου γεννιέται ένας Θεός 
και το κορμί μου γίνεται ναός,
δεν είναι ως πρώτα φάτνη ταπεινή
μέσα μου λάμπουν ξάστεροι ουρανοί,

το μέτωπό μου λάμπει σαν αστέρι…
Στο Θεό φανήτε τώρα, ήρθεν η ώρα,
από τ’άγνωστα μυστικά σας μέρη,
Μάγοι, φέρτε στο Θεό τα πλούσια δώρα.

Φέρτε μου, Μάγοι -θεία βουλή το γράφει-
τα σμύρνα της ε λ π ί δ ας ,
το λιβάνι  της  π ί σ τ η ς ,  
της α γ ά π η ς  το χρυσάφι!
Μυστήρια τέτοια ανθρώπου νους δε βάνει!

Και σεις θρόνοι πανάχραντοι, αγγελούδια
 στην καρδιά στην κούνια του σκυμμένα
με της αθανασίας τα τραγούδια, 
υμνολογείτε σεις τη θεία τη γέννα.

Μέσα μου λάμπουν ξάστεροι ουρανοί
και το κορμί μου φάτνη ταπεινή, 
βλέπω κι αλλάζει, γίνεται ναός
ω, μέσα μου γεννιέται ένας Θεός!

Κ Παλαμάς
                                                                                       
 

     

                                                          

         

«Νάμουν του στάβλου έν’ άχυρο,
ένα φτωχό κομμάτι,
την ώρα π’ άνοιξ’ ο Χριστός
στον ήλιο του το μάτι!
Να δω την πρώτη του ματιά
και το χαμόγελό του,
το στέμμα των ακτίνων του
γύρω στο μέτωπό του
να λάμψω από τη λάμψη του
κι εγώ σα διαμαντάκι,
κι από τη θεία του πνοή
να γίνω λουλουδάκι,
να μοσχοβοληθώ κι εγώ
από την ευωδία που άναψε
στα πόδια του των Μάγων η λατρεία.
Να ιδώ την Αειπάρθενο,
να ιδώ το πρόσωπό της, πως εκοκκίνισε,
καθώς πρωτόειδε το μικρό της,
όταν λευκό, πανεύοσμο
το προσωπάκι εκείνο
της θύμισ’ έτσι άθελα
του Γαβριήλ τον κρίνο…».

Κ. Παλαμάς