Σ’ΑΓΑΠΑΩ…. Μ’ΑΚΟΥΣ

Ι.
Θα πενθώ πάντα – μ’ακούς;
– για Σένα μόνος, στον Παράδεισο
Θα γυρίσει αλλού τις χαρακιές της παλάμης,
η Μοίρα, σαν κλειδούχος.
Μιά στιγμή θα συγκατατεθεί ο Καιρός
Πως αλλιώς, αφού αγαπιούνται οι άνθρωποι.
Θα παραστήσει ο ουρανός τα σωθικά μας
Και θα χτυπήσει τον κόσμο η αθωότητα
Με το δριμύ του μαύρου του θανάτου.
ΙΙ.
Πενθώ τον ήλιο και πενθώ τα χρόνια που έρχονται
Χωρίς εμάς και τραγουδώ τ’άλλα που πέρασαν..
Εάν είναι αλήθεια μιλημένα τα σώματα
και οι βάρκες που έκρουζαν γλυκά..
Οι κιθάρες που αναβόσβησαν κάτω απο τα νερά
Τα “πίστεψέ με” και τα “μή”
Μιά στον αέρα.. μιά στη μουσική
Τα δυό μικρά ζώα, τα χέρια μας,
Που γύρευαν ν’ανέβουνε κρυφά το ένα στο άλλο.
Η γλάστρα με το δροσαχί στις ανοιχτές αυλόπορτες
Και τα κομμάτια οι θάλασσες πού ερχόντουσαν μαζί
Πάνω απ’τις ξερολιθιές, πίσω άπ’τους φράχτες..
Την ανεμώνα που κάθισε στό χέρι σου
Κι έτρεμες τρείς φορές το μώβ
τρείς μέρες πάνω από τους καταρράχτες.
Εάν αυτά είναι αλήθεια.. τραγουδώ
Το ξύλινο δοκάρι και το τετράγωνο φαντό
Στόν τοίχο με τη Γοργόνα με τα ξέπλεκα μαλλιά
Τη γάτα που μας κοίταξε μέσα στα σκοτεινά
Παιδί με το λιβάνι και με τον κόκκινο σταυρό
Την ώρα που βραδιάζει στων βράχων το απλησίαστο
Πενθώ το ρούχο που άγγιξα και μου ήρθε ο κόσμος.
ΙΙΙ.
Έτσι μιλώ γιά σένα καί γιά μένα
Επειδή σ’αγαπώ καί στην αγάπη ξέρω
Νά μπαίνω.. σαν  Π α ν σ έ λ η ν ο ς..
Από παντού, για το μικρό το πόδι σου
μές στ’αχανή σεντόνια..
Να μαδάω γιασεμιά κι έχω τη δύναμη
Αποκοιμισμένη, να φυσώ να σε πηγαίνω
Μες από φεγγαριά περάσματα
και κρυφές της θάλασσας στοές.
Υπνωτισμένα δέντρα με αράχνες που ασημίζουμε
Ακουστά σ’έχουν τα κύματα..
πως χαιδεύεις, πως φιλάς
Πως λες ψιθυριστά το “τι” καί το “έ”
Τριγύρω στο λαιμό στον όρμο
Πάντα  ε μ ε ί ς  το Φως κι η Σκιά..
πάντα… ε σ ύ  τ’Αστεράκι
και πάντα εγώ το σκοτεινό πλεούμενο..
Πάντα  ε σ ύ  το λιμάνι κι εγώ το φανάρι το δεξιά
το βρεγμένο μουράγιο
και η λάμψη επάνω στα κουπιά.
Ψηλά στο σπίτι με τις κληματίδες
Τα δετά τριαντάφυλλα, και το νερό που κρυώνει
Πάντα  ε σ ύ  το πέτρινο άγαλμα
και πάντα εγώ η σκιά που μεγαλώνει.
Το γερτό παντζούρι ε σ ύ,
ο αέρας που το ανοίγει εγώ
Επειδή σ’Αγαπώ καί.. σ’Α γ α π ώ
Πάντα  ε σ ύ  το νόμισμα
και εγώ η λατρεία που το εξαργυρώνει:
Τόσο η νύχτα, τόσο η βοή στον άνεμο
Τόσο η στάλα στον αέρα, τόσο η σιγαλιά
Τριγύρω η θάλασσα.. η δεσποτική
Καμάρα τ’ουρανού με τ’άστρα
Τόσο η ελάχιστη σου αναπνοή
Που πιά δεν έχω.. τίποτε άλλο..
Μες στους τέσσερις τοίχους, τό ταβάνι, το πάτωμα
Να φωνάζω από σένα.. και να με χτυπά η φωνή μου
Να μυρίζω από σένα.. και ν’αγριεύουν οι άνθρωποι
Επειδή το αδοκίμαστο και το απ’αλλού φερμένο,
Δεν  τ’α ν τ έ χ ο υ ν  οι άνθρωποι
κι είναι νωρίς, μ’ακούς..
Είναι νωρίς ακόμη
μες στον κόσμο αυτόν, Αγάπη μου
Να μιλώ.. για σένα και για μένα.
ΙV.
Είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν, μ’ακούς
Δεν έχουν εξημερωθεί τα τέρατα, μ’ακούς
Τό χαμένο μου το αίμα.. και το μυτερό,
μ’ακούς.. μαχαίρι.
Σαν κριάρι που τρέχει μες στους ουρανούς
Και των άστρων τους κλώνους τσακίζει, μ’ακούς
Είμ’εγώ, μ’ακούς… Σ’α γ α π ώ.., μ’ακούς
Σε κρατώ και σε πάω.. και σου φορώ
Το λευκό νυφικό της Οφηλίας, μ’ακούς..
Που μ’αφήνεις, πού πας και ποιός, μ’ακούς
Σου κρατεί το χέρι πάνω απ’τους κατακλυσμούς
Οι πελώριες λιάνες και των ηφαιστείων οι λάβες
Θά’ρθει μέρα,.. μ’α κ ο ύ ς
Να μας θάψουν κι οι χιλιάδες ύστερα χρόνοι
Λαμπερά θα μας κάνουν πετρώματα, μ’ακούς
Να γυαλίσει επάνω τους η απονιά,
ν’ακούς,..
των ανθρώπων..
Και χιλιάδες κομμάτια.. να μας ρίξει
Στα νερά ένα-ένα, μ’α κ ο ύ ς..
Τα πικρά μου βότσαλα μετρώ, μ’ακούς
Κι είναι ο χρόνος μιά μεγάλη εκκλησία, μ’α κ ο ύ ς
Όπου κάποτε οι φιγούρες των αγίων
βγάζουν δάκρυ αληθινό, μ’α κ ο ύ ς..
Οί καμπάνες ανοίγουν αψηλά, μ’α κ ο ύ ς
Ένα πέρασμα βαθύ να περάσω
Περιμένουν οι άγγελοι με κεριά
και νεκρώσιμους ψαλμούς
Πουθενά δεν πάω, μ’α κ ο υ ς
Ή κανείς ή κι οι δύο μαζί, μ’α κ ο ύ ς
Τό λουλούδι αυτό της καταιγίδας..
και.. μ’ακούς..
της Α γ ά πη ς 
μιά για πάντα.. το κόψαμε.
Και δεν γίνεται ν’ανθίσει αλλιώς, μ’ακούς
Σ’άλλη γη, σ’άλλο αστέρι, μ’α κ ο ύ ς  
Δεν υπάρχει το χώμα, δεν υπάρχει ο  α έ ρ α ς,
που αγγίξαμε, ο ίδιος, μ’α κ ο ύ ς
Και κανείς κηπουρός.. δεν ευτύχησε
σ’άλλους καιρούς, από τόσον χειμώνα
κι από τόσους βοριάδες, μ’ακούς
Να τινάξει λουλούδι, μόνο εμείς, μ’α κ ο ύ ς
Μες στη μέση της θάλασσας..
Από το μόνο θέλημα της Α γ ά π η ς, μ’ακούς
Ανεβάσαμε ολόκληρο νησί, μ’ακούς
Με σπηλιές και με κάβους κι ανθισμένους γκρεμούς
A κ ο υ, ά κ ο υ
Ποιός μιλεί στα νερά και ποιός κλαίει-ακούς;
ποιός γυρεύει τον άλλο, ποιός φωνάζει-ακούς;
Είμ’εγώ πού φωνάζω κι είμ’εγώ πού κλαίω, μ’ακούς
Σ’α γ α π ώ, σ’α γ απ ώ, μ’ακούς.
V.
Για σένα έχω μιλήσει σε καιρούς παλιούς
Με σοφές παραμάνες και μ’αντάρτες απόμαχους
Από τι να’ναι..
που έχεις τη θλίψη του αγριμιού
Την ανταύγεια στο μέτωπο..
του νερού του τρεμάμενου
Καί γιατί, λέει, να μέλει κοντά σου να’ρθω
Που δεν θέλω Αγάπη.. αλλά θέλω τον άνεμο
Αλλά θέλω της ξέσκεπης
όρθιας θάλασσας τον καλπασμό..
Και για σένα κανείς δεν είχε ακούσει
Γιά σένα ούτε το δίκταμο.. ούτε το μανιτάρι
Στα μέρη τ’αψηλά της Κρήτης τίποτα
Γιά σένα μόνο δέχτηκε ο Θεός..
να μου οδηγεί το χέρι
Πιό δω, πιό κεί, προσεχτικά
σ’όλα το γύρο του γιαλού του προσώπου,
τους κόλπους, τα μαλλιά
Στο λόφο κυματίζοντας αριστερά
Το σώμα σου στη στάση του πεύκου του μοναχικού
Μάτια της περηφάνειας καί του διάφανου βυθού,
μέσα στο σπίτι, με το σκρίνιο το παλιό.
Τις κίτρινες νταντέλες και το κυπαρισσόξυλο
Μ ό ν ο ς  να περιμένω που θα πρωτοφανείς
Ψηλά στο δώμα ή πίσω στις πλάκες της αυλής
Μέ τ’άλογο του Αγίου καί το αυγό της Ανάστασης
Σαν από μια τοιχογραφία καταστραμμένη
Μεγάλη όσο σε θέλησε.. η μικρή ζωή
Να χωράς στο κεράκι
τη στεντόρεια λάμψη την ηφαιστειακή
Που κανείς να μην έχει δεί και ακούσει
Τίποτα μες στις ερημιές, τα ερειπωμένα σπίτια
Ούτε ο θαμμένος πρόγονος, άκρη άκρη στον αυλόγυρο
Γιά σένα, ούτε η γερόντισσα μ’όλα της τα βοτάνια
Για σένα μόνο εγώ, μπορεί, και η μουσική..
Που διώχνω μέσα μου, αλλ’αυτή γυρίζει δυνατότερη
Για σένα το ασχημάτιστο στήθος των δώδεκα χρονών
Το στραμμένο στο μέλλον με τον κρατήρα κόκκινο
Γιά σένα σαν καρφίτσα η μυρωδιά η πικρή
Που βρίσκει μες στο σώμα και που τρυπάει τη θύμηση
Και να το χώμα, να τα περιστέρια, να η αρχαία μας Γη.
VI.
Έχω δει πολλά και η Γη
μες απ’τό νου μου.. φαίνεται ωραιότερη
Ώραιότερη μες στους χρυσούς ατμούς
Η πέτρα η κοφτερή, ωραιότερα
Τα μπλάβα των ισθμών
και οι στέγες μες στά κύματα
Ωραιότερες οί αχτίδες
όπου δίχως να πατείς.. περνάς
Αήττητη όπως η Θεά της Σαμοθράκης
πάνω από τα βουνά της θάλασσας
Έ τ σ ι  σ’έχω κοιτάξει που μου αρκεί
Νά’χει ο χρόνος όλος.. αθωωθεί
Μες στο αυλάκι που το πέρασμα σου αφήνει
Σαν δελφίνι πρωτόπειρο ν’ακολουθεί
Και να παίζει μέ τ’άσπρο και το κυανό η ψυχή μου!
Νίκη, νίκη όπου έχω νικηθεί πρίν από τήν αγάπη
και μαζί
για τη ρολογιά και το γκιούλ-μπιρσίμι
Π ή γ α ι ν ε, πήγαινε καί ας έχω εγώ χαθεί
Μ ό ν ο ς.. και ας είναι ο ήλιος που κρατείς
ένα παιδί νεογέννητο
Μ ό ν ο ς, και ας είμ’εγώ η πατρίδα που πενθεί
Ας είναι ο λόγος που έστειλα
να σου κρατεί δαφνόφυλλο
Μ ό ν ο ς, ο αέρας δυνατός
και μ ό ν ο ς τ’ολοστρόγγυλο βότσαλο
στο βλεφάρισμα του σκοτεινού βυθού..
Ο ψαράς που ανέβασε κι έριξε πάλι πίσω
στούς καιρούς τον Παράδεισο!
VII.
Στον Παράδεισο έχω σημαδέψει ένα νησί
Απαράλλαχτο Ε σ ύ  
κι ένα σπίτι στη θάλασσα
Με κρεβάτι μεγάλο και πόρτα μικρή
Έχω ρίξει μες στ’άπατα μιαν ηχώ
Να κοιτάζομαι.. κάθε πρωί που ξυπνώ.
Να σε βλέπω μισή να περνάς στο νερό
Και μισή να σε κλαίω μες στον Παράδεισο…
 
Οδυσσέας Ελύτης