Έτσι λοιπόν ξεκίνησε, να πάει στο πατρικό του,
ποτέ του αυτός δεν πάτησε.. τον όρκο το δικό του.
«Δώσε μου μάνα την καρδιά,
στα πόδια της ν’ αφήσω»
«Αν είναι γιε μου για καλό, εγώ στηνε χαρίζω»

Κι έτσι της πήρε την καρδιά και χάθηκε στο δρόμο,
μα σε μια πέτρα σκόνταψε
και δάκρυσε απ’ τον πόνο.
«Χτύπησες μήπως γιόκα μου, ψηλό μου κυπαρίσσι;»
γυμνή η καρδιά.. τού μίλησε,
προτού να ξεψυχήσει..