Τράπεζαι – Ισθμοί

Εδώ Ισθμοί και Τράπεζαι… εκεί Προνομιούχοι,
ιδού καινούρια δόκανα για την καημένη φτώχια!
εις το κυνήγι βγήκανε οι κλεφτοπαραδούχοι,
να μπλέξουν απονήρευτους στα μαγικά των βρόχια.
Κι εις όλους μας υπόσχονται χρυσούς αιώνας πάλι,
δουλειές με φούντες, πρόοδο, παρά με το τσουβάλι.

Μακριά οι απονήρευτοι από τους τραπεζίτας,
κάνουν πως τάχα μετοχές δεν θέλουν να σας δώσουν,
κι έπειτα λεν κρυφά κρυφά στους δούλους των μεσίτας
στο κλεφτο-Χαβιαρόχανο τα φόντα να υψώσουν.
Είναι τεχνίται έμπειροι εις το επάγγελμά των,
κι αν κλέβουν, μην πειράζεσθε, το έχει η δουλειά των.

Πώς θα κερδίσουν και αυτοί να περπατούν χορτάτοι,
νάχουν λακέδες, άλογα, αμάξια με κουδούνια,
να μπαίνει η κυρία των κι η κόρη στο Παλάτι;
πρέπει διπλά στα είκοσι να πάρουν μιλιούνια.
Και αν κλεψιά το κέρδος των ο άπειρος το κρίνει,
αλλά για κέρδος έντιμον το θεωρούν εκείνοι.

Μπορείς να είσαι έμπορος, χωρίς λεπτό να κλέβεις;
μπορείς να δώσεις χρήματα και τόκο να μην πάρεις;
μπορείς σε ζήτημα παρά το δίκιο να γυρεύεις;
θέλεις δεν θέλεις, γίνεσαι ολίγο κατεργάρης.
Έτσι κι αυτοί, αν κάμποσα πουγγιά δεν ελαφρύνουν,
πρέπει ν΄ αλλάξουνε δουλειά, ή ποιηταί να γίνουν

.

του Γεωργίου Σουρή
(1853-1919)
Από το περιοδικό Μη χάνεσαι,
τόμος 3, αριθμός 286 (1882), σ. 7.