Ο Διογένης

Ο Διογένης έρχεται κυλώντας το πιθάρι του
κι ανάβει το φανάρι του.
Συ, που ταπείνωσες κι αυτόν τον μέγαν Μακεδόνα,
καλώς μας ήλθες, κυνικέ, σε τούτον τον αιώνα.
Πάλι για νάβρεις άνθρωπο με το φανάρι βγήκες
τον άνθρωπο που γύρευες ακόμη δεν τον βρήκες;
Εγώ και χοίρους γνώρισα, που γίνηκαν ανθρώποι,
και τώρα πάνε κι έρχονται μεσ’ από την Ευρώπη.

 

του Γ.  Σουρή