Posts from the ‘ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ’ Category

ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ: Η Αξία της Σωφροσύνης

 

     
ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ: Η Αξία της Σωφροσύνης
^
^
από: ΠΥΛΗ για την Ελληνική Γλώσσα:
http://www.greek-language.gr/greekLang/ancient_greek/tools/corpora/anthology/content.html?m=1&t=294
 

[119] ἢν γὰρ ταῦτα καὶ τὰ τοιαῦτα διεξίητε πρὸς ὑμᾶς αὐτούς, εὑρήσετε τὴν μὲν ἀκολασίαν καὶ τὴν ὕβριν
τῶν κακῶν αἰτίαν γιγνομένην, τὴν δὲ σωφροσύνην τῶν ἀγαθῶν.

    Ἣν ὑμεῖς ἐπὶ μὲν τῶν ἰδιωτῶν ἐπαινεῖτε, καὶ νομίζετε τοὺς ταύτῃ χρωμένους ἀσφαλέστατα
ζῆν καὶ βελτίστους εἶναι
τῶν πολιτῶν, τὸ δὲ κοινὸν ἡμῶν οὐκ οἴεσθε δεῖν τοιοῦτον παρασκευάζειν.

[120] καίτοι προσήκει τὰς ἀρετὰς ἀσκεῖν καὶ τὰς κακίας φεύγειν πολὺ μᾶλλον ταῖς πόλεσιν ἢ τοῖς ἰδιώταις.

 ἀνὴρ μὲν γὰρ ἀσεβὴς καὶ
πονηρὸς τυχὸν ἂν φθάσειε τελευτήσας πρὶν δοῦναι δίκην τῶν ἡμαρτημένων·

αἱ δὲ πόλεις διὰ τὴν ἀθανασίαν ὑπομένουσι καὶ τὰς παρὰ τῶν ἀνθρώπων καὶ τὰς παρὰ τῶν θεῶν τιμωρίας.

 [124] Ἀλλ’ ὅμως τηλικούτων ἡμῖν ὑπομνημάτων
καταλελειμμένων
ὡς ἐφ’ ἑκατέρων αὐτῶν ἡ πόλις
ἔπραττεν, οὕτω χαίρομεν ταῖς τῶν ῥητόρων πονηρίαις ὥσθ’ ὁρῶντες διὰ τὸν πόλεμον καὶ τὰς ταραχάς,
ἃς οὗτοι πεποιήκασι, τῶν μὲν ἄλλων πολιτῶν πολλοὺς ἐκ τῶν πατρῴων ἐκπεπτωκότας, τούτους
δ’ ἐκ πενήτων πλουσίους γεγενημένους, οὐκ ἀγανακτοῦμεν οὐδὲ φθονοῦ-
μεν ταῖς εὐπραγίαις αὐτῶν, [125] ἀλλ’ ὑπομένομεν τὴν
μὲν πόλιν διαβολὰς ἔχουσαν ὡς λυμαίνεται καὶ δασμολογεῖ τοὺς Ἕλληνας, τούτους δὲ τὰς ἐπικαρπίας λαμβάνοντας, καὶ τὸν μὲν δῆμον, ὅν φασιν οὗτοι δεῖν τῶν ἄλλων ἄρχειν,
χεῖρον πράττοντα τῶν ταῖς ὀλιγαρχίαις δουλευόντων, οἷς
δ’ οὐδὲν ὑπῆρχεν ἀγαθόν, τούτους δὲ διὰ τὴν ἄνοιαν τὴν ἡμετέραν ἐκ ταπεινῶν εὐδαιμονεστέρους γεγενημένους.

[126] καίτοι Περικλῆς ὁ πρὸ τῶν τοιούτων δημαγωγὸς
καταστάς, παραλαβὼν τὴν πόλιν χεῖρον μὲν φρονοῦσαν ἢ πρὶν κατασχεῖν τὴν ἀρχήν, ἔτι δ’ ἀνεκτῶς πολιτευομένην οὐκ ἐπὶ τὸν ἴδιον χρηματισμὸν ὥρμησεν,
ἀλλὰ τὸν μὲν οἶκον ἐλάττω τὸν αὑτοῦ κατέλιπεν ἢ παρὰ τοῦ πατρὸς παρέλαβεν,
εἰς δὲ τὴν ἀκρόπολιν ἀνήγαγεν ὀκτακισχίλια
τάλαντα χωρὶς τῶν ἱερῶν.

[127] οὗτοι δὲ τοσοῦτον ἐκεί-
νου διενηνόχασιν, ὥστε λέγειν μὲν τολμῶσιν ὡς διὰ τὴν τῶν κοινῶν ἐπιμέλειαν οὐ δύνανται τοῖς αὑτῶν ἰδίοις προσέχειν τὸν νοῦν, φαίνεται δὲ τὰ μὲν ἀμελούμενα τοσαύτην
εἰληφότα τὴν ἐπίδοσιν,
ὅσην οὐδ’ ἂν εὔξασθαι τοῖς θεοῖς πρότερον ἠξίωσαν
,
τὸ δὲ πλῆθος ἡμῶν, οὗ κήδεσθαί φασιν,οὕτω διακείμενον ὥστε μηδένα τῶν πολιτῶν ἡδέως ζῆν μηδὲ ῥᾳθύμως, ἀλλ’ ὀδυρμῶν μεστὴν εἶναι τὴν πόλιν.

[128] οἱ μὲν γὰρ τὰς πενίας καὶ τὰς ἐνδείας
ἀ ν α γ κ ά ζ ο  ν τ α ι
διεξιέναι καὶ θρηνεῖν πρὸς σφᾶς αὐτούς, οἱ δὲ τὸ πλῆθος τῶν προσταγμάτων καὶ τῶν λειτουργιῶν καὶ
τὰ κακὰ τὰ περὶ
τὰς συμμορίας καὶ τὰς ἀντιδόσεις· ἃ τοιαύτας
ἐμποιεῖ λύπας, ὥστ’ ἄλγιον ζῆν τοὺς τὰς οὐσίας
κεκτημένους ἢ τοὺς
συνεχῶς πενομένους."

Ισοκράτης
(436-338 π.Χ

                                                

Αν λοιπόν εξετάσετε
προσεκτικά όλα αυτά,
θα διαπιστώσετε πως..
η ασυδοσία και η αλαζονεία
είναι αίτια των κακών,
ενώ.. η  Σ ω φ ρ ο σ ύ ν η
αιτία των αγαθών
.

Τη σωφροσύνη την επαινείτε,
όταν την έχουν ως άτομα
οι άνθρωποι, και νομίζετε
πως αυτοί που την εφαρμόζουν
ζουν μία πολύ ασφαλή ζωή
και είναι άριστοι πολίτες,
ενώ δεν πιστεύετε πως
πρέπει να κάνετε και
την κ ο ι ν ω ν ί α  μας
να συμπεριφέρεται
κατά τον ίδιο τρόπο.

Και όμως.. ε π ι β ά λ λ ε τα ι
να εξασκούν τις  α ρ ε τ έ ς
και ν’ αποφεύγουν τις κακίες
πολύ περισσότερο τα  κ ρ ά τ η
παρά οι πολίτες.

Γιατί κάποιος ασεβής και παλιάνθρωπος μπορεί να
πεθάνει, προτού τιμωρηθεί
για τα σφάλματά του, οι πόλεις όμως, επειδή είναι αθάνατες, δέχονται την τιμωρία τόσο
από τους ανθρώπους
όσο και από τους θεούς.

Ωστόσο, αν και έχουμε
τέτοιες αναμνήσεις, σε ποια
δηλαδή κατάσταση βρισκόταν
η πόλη μας χάρη στους χρηστούς
από το ένα μέρος και εξαιτίας
των φαύλων από το άλλο ,
τόσο χαιρόμαστε.. με τις
φαυλότητες των ρητόρων,
ώστε βλέπουμε, εξαιτίας του πολέμου και των αναταραχών
που προκλήθηκαν από τέτοιους ανθρώπους, πολλούς πολίτες
να έχουν χάσει την πατρική
περιουσία , και αυτούς απο
φτωχοί να έχουν γίνει πλούσιοι,
και όμως δεν αγανακτούμε
κι ούτε τους φθονούμε
για την ευημερία τους·
αντίθετα, ανεχόμαστε
η πόλη μας να κατηγορείται
ότι εξοντώνει και φορολογεί
τους Έλληνες, ενώ αυτοί
καρπώνονται τα ποσοστά τους
· ανεχόμαστε ο  λ α ό ς, που αυτοί
λένε πως πρέπει να είναι
κυρίαρχος, ν α  δ υ σ τ υ χ ε ί
χειρότερα και από αυτούς
που είναι δούλοι σε ολιγαρχικά καθεστώτα, ενώ… αυτοί που
δεν είχαν καμιά περιουσία,
χάρη στην απερισκεψία
τη δική μας, από άσημοι
να έχουν γίνει περίβλεπτοι.

Και όμως ο  Π ε ρ ι κ λ ή ς,
που έγινε αρχηγός του λαού

πριν από αυτούς, παρέλαβε
ένα κράτος, το οποίο ήταν
λιγότερο συνετό.. σε σχέση
με αυτό που ανέλαβε την ηγεμονία, αλλά διοικούνταν
ακόμη με τρόπο ανεκτό,
και δεν ξεκίνησε την πολιτική
του σταδιοδρομία με σκοπό
την απόκτηση χρημάτων·
αντίθετα, και την οικογενειακή
του περιουσία άφησε μικρότερη απ’ αυτήν που του κληροδότησε
ο πατέρας του και στην ακρόπολη κατέθεσε οκτώ χιλιάδες τάλαντα, χωρίς να υπολογίσουμε τα αφιερώματα
.

Ωστόσο οι σημερινοί πολιτικοί
τόσο διαφέρουν από εκείνον,
που από τη μια έχουν
το θ ρ ά σ ο ς να λένε πως, εξαιτίας της φροντίδας που δείχνουν για τα κοινά,
δεν μπορούν να προσέχουν
τις δικές τους ιδιωτικές υποθέσεις, ενώ από την άλλη φαίνεται πως αυτά που δήθεν αμελούν έχουν σημειώσει
τόση πρόοδο, όση ούτε
στην προσευχή τους δε
θα τολμούσαν πρωτύτερα
να ζητήσουν από τους θεούς· αντίθετα ο  Λ α ό ς  μας, για
τον οποίο ισχυρίζονται πως φροντίζουν, βρίσκεται σε
τέτοια κατάσταση, ώστε
κανείς.. από τους πολίτες
να μη ζει.. ούτε ευχάριστα
ούτε με ευχέρεια.. και η πόλη
μας να είναι γεμάτη θρήνους.

Μέσα στη φτώχεια.. λοιπόν,
όπου ασκούν τη δύναμή τους,
οι λαϊκιστές πολιτικοί.. θα έβλεπαν να βρίσκονται με μεγάλη ευχαρίστηση όλοι οι πολίτες. Απόδειξη απτή είναι
το εξής: ..δεν αναζητούν να βρουν πώς θα εξασφαλίσουν στους φτωχούς τα μέσα επιβίωσής τους, αλλά..
πώς θα  ε ξ ι σ ώ σ ο υ ν
με.. τους φτωχούς όσους θεωρούνται ότι διαθέτουν κάποια περιουσία. "

Ισοκράτης

 "Αν  Θ υ μ ά σ α ι  τα Περασμένα…
καλύτερα θα σκέφτεσαι… για τα Μέλλοντα"

Ισοκράτης

Advertisements

ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ…. Αρεοπαγιτικός

 

     
Ο   Α ρ ε ο π α γ ι τ ι κ ό ς…. "Περι Ειρήνης"
γράφηκε μετά το τέλος του Συμμαχικού πολέμου (357–355 π.Χ.),
ο οποίος σήμανε τη διάλυση της Β´ Αθηναϊκής συμμαχίας. 
Ο  Ισοκράτης,  κάνει έκκληση.. προς τους συμπολίτες του
για αναπροσαρμογή της πολιτικής τους.. στα εσωτερικά
και εξωτερικά θέματα και επιστροφή…
στις πατροπαράδοτες  α ρ χ έ ς  διακυβέρνησης 
^
^
από: ΠΥΛΗ για την Ελληνική Γλώσσα:
http://www.greek-language.gr/greekLang/ancient_greek/tools/corpora/anthology/content.html?m=1&t=234
                  

[9] Ἀπορῶ δὲ πότερον ὑπολάβω μηδὲν μέλειν ὑμῖν τῶν κοινῶν πραγμάτων,
ἢ φροντίζειν μὲν αὐτῶν,
εἰς τοῦτο.. δ’ ἀναισθησίας ἥκειν ὥστε λανθάνειν ὑμᾶς εἰς ὅσην ταραχὴν
ἡ πόλις καθέστηκεν.
ἐοίκατε γὰρ οὕτω διακειμένοις ἀνθρώποις, οἵτινες ἁπάσας
μὲν τὰς πόλεις τὰς ἐπὶ Θρᾴκης ἀπολωλεκότες,
πλείω δ’ ἢ χίλια τάλαντα μάτην εἰς τοὺς ξένους ἀνηλωκότες,
[10] πρὸς δὲ τοὺς Ἕλληνας διαβεβλημένοι καὶ τῷ βαρβάρῳ πολέμιοι γεγονότες, ἔτι δὲ τοὺς μὲν Θηβαίων φίλους σῴζειν ἠναγκασμένοι, τοὺς
δ’ ἡμετέρους αὐτῶν συμμάχους ἀπολωλεκότες.

ἐπὶ τοιαύταις πράξεσιν εὐαγγέλια μὲν δὶς ἤδη τεθύκαμεν, ῥᾳθυμότερον δὲ περὶ αὐτῶν ἐκκλησιάζομεν τῶν πάντα τὰ δέοντα πραττόντων.

    [11] Καὶ ταῦτ’ εἰκότως καὶ ποιοῦμεν καὶ πάσχομεν· οὐδὲν γὰρ οἷόν τε γίγνεσθαι κατὰ τρόπον τοῖς μὴ καλῶς περὶ ὅλης τῆς διοικήσεως βεβουλευμένοις,
ἀλλ’ἂν καὶ κατορθώσωσι περί τινας τῶν πράξεων
ἢ διὰ τύχην ἢ δι’ἀνδρὸς ἀρετήν, μικρὸν διαλιπόντες πάλιν εἰς τὰς αὐτὰς ἀπορίας κατέστησαν.
Καὶ ταῦτα γνοίη τις
ἂν ἐκ τῶν περὶ ἡμᾶς γεγενημένων.

[12] ἁπάσης γὰρ τῆς Ἑλλάδος ὑπὸ τὴν πόλιν ἡμῶν ὑποπεσούσης καὶ μετὰ τὴν Κόνωνος ναυμαχίαν καὶ μετὰ τὴν Τιμοθέου στρατηγίαν, οὐδένα χρόνον
τὰς εὐτυχίας κατασχεῖν ἠδυνήθημεν, ἀλλὰ ταχέως διεσκαριφησάμεθα
καὶ διελύσαμεν αὐτάς.

 Πολιτείαν γὰρ τὴν ὀρθῶς ἂν τοῖς πράγμασι χρησομένην
οὔτ’ ἔχομεν.. οὔτε καλῶς ζητοῦμεν.

 [13] καίτοι τὰς εὐπραγίας ἅπαντες ἴσμεν καὶ παραγιγνομένας καὶ παραμενούσας οὐ τοῖς τὰ τείχη κάλλιστα καὶ μέγιστα περιβεβλημένοις, οὐδὲ τοῖς μετὰ πλείστων ἀνθρώπων εἰς τὸν αὐτὸν τόπον συνηθροισμένοις, ἀλλὰ τοῖς ἄριστα καὶ σωφρονέστατα τὴν αὑτῶν πόλιν διοικοῦσιν.

[14] ἔστι γὰρ ψυχὴ πόλεως οὐδὲν ἕτερον ἢ πολιτεία, τοσαύτην ἔχουσα δύναμιν ὅσην περ ἐν σώματι φρόνησις.

Αὕτη γάρ ἐστιν
ἡ βουλευομένη περὶ ἁπάντων, καὶ τὰ μὲν ἀγαθὰ διαφυλάττουσα, τὰς δὲ συμφορὰς διαφεύγουσα.

Ταύτῃ καὶ τοὺς νόμους
καὶ τοὺς ῥήτορας καὶ
τοὺς ἰδιώτας ἀναγκαῖόν
ἐστιν ὁμοιοῦσθαι καὶ πράττειν οὕτως
ἑκάστους οἵαν περ ἂν ταύτην ἔχωσιν.

[15] ἧς ἡμεῖς διεφθαρμένης οὐδὲν φροντίζομεν,
οὐδὲ σκοποῦμεν ὅπως ἐπανορθώσομεν αὐτήν·
ἀλλ’ ἐπὶ μὲν τῶν ἐργαστηρίων καθίζοντες
κατηγοροῦμεν τῶν καθεστώτων, καὶ
λέγομεν ὡς οὐδέποτ’ ἐν δημοκρατίᾳ κάκιον ἐπολιτεύθημεν,
ἐν δὲ τοῖς πράγμασιν
καὶ ταῖς διανοίαις αἷς
ἔχομεν.. μᾶλλον αὐτὴν ἀγαπῶμεν..
τῆς ὑπὸ τῶν προγόνων καταλειφθείσης
.

Ισοκράτης
(436-338 π.Χ)

                                                

Δεν ξέρω μάλιστα ποιό από
τα δύο να υποθέσω, ότι δηλ.
δεν σας ενδιαφέρει τίποτε
από τα δημόσια πράγματα
ή ότι ενδιαφέρεσθε μεν γι’ αυτά, αλλ’ έχετε καταντήσει σε τόση αναισθησία, ώστε σας διαφεύγει σε ποιαν αναστάτωση έχει περιέλθει το κράτος μας.
Γιατί μοιάζετε, μα την αλήθεια, καταπληκτικά με τους ανθρώπους εκείνους, που
έχουν χάσει όλες τους τις πόλεις
στη Θράκη κι’ έχουν ξοδέψει μάταια πάνω από χίλια τάλαντα σε μισθοφόρους στρατιώτες
κι’ έχουν συκοφαντηθή στους Έλληνας.. και με τους βαρβάρους
έχουν εχθρότητα, είναι δε ακόμα υποχρεωμένοι να εξυπηρετούν τους φίλους των Θηβαίων..
και έχουν τέλος εγκαταλειφθή
από τους συμμάχους των.

Παρ’ όλα όμως αυτά εμείς έχουμε προσφέρει δύο φορές ως τώρα, ευχαριστήριες θυσίες προς τους θεούς και στις συνελεύσεις μας μιλάμε γι’ αυτά με μεγαλύτερη αδιαφορία.. από εκείνους που εκπληρώνουν όλες τους
τις υποχρεώσεις.

Και όλα αυτά τα κάνουμε και
τα υποφέρουμε δίκαια, γιατί
κανένα από τα δημόσια
πράγματα δεν μπορεί να γίνη
όπως πρέπει.. σ’ εκείνους
που δεν έχουν ο ρ θ ή  Σ κ έ ψ η
 για την  ό λ η  διοίκηση
, αλλά που και αν ακόμη πετύχουν
σε μερικές περιστάσεις
ή από εύνοια της τύχης ή λόγω
της προσωπικής αξίας ενός μόνο ανδρός, ύστερα από λίγο χρονικό διάστημα αντιμετωπίζουν 
τα ίδια πάλι  π ρ ο β λ ή μ α τ α.
Και όλα αυτά μπορεί κανείς
να τα νοιώση βαθιά
 αν παρακολουθήση προσεχτικά όσα μας έχουν συμβή.

Όταν δηλαδή ολόκληρη η Ελλάς περιήλθε στην εξουσία
της δικής μας πολιτείας,
τόσο ύστερα από τη ναυμαχία
του Κόνωνος.. όσο και μετά τη στρατηγία του Τιμοθέου,
δεν μπορέσαμε ούτε για λίγες στιγμές να διατηρήσουμε
τα αγαθά της επιτυχίας τους, αλλ’ αντιθέτως τα εσκορπίσαμε και τα εχάσαμε.

Και ο λόγος είναι.. 
ότι «πολίτευμα»  που να μπορεί
να διοικήση καλά τα πράγματα, ούτε έχουμε..  ούτε, με καλή τακτική επιδιώκουμε.. να συστήσουμε
.

Και όμως όλοι ξέρουμε καλά
ότι τα αγαθά και έρχονται και παραμένουν, όχι σ’ εκείνους που οχυρώνονται με τείχη στερεά
και μεγάλα, ούτε σ’ εκείνους
που συναθροίζονται στον ίδιο τόπο.. με πολλούς άλλους ανθρώπους,
αλλά.. σ’ εκείνους
που  δ ι ο ι κ ο ύ ν
την  π ο λ ι τ ε ί α  τους  με ενδιαφέρον
και περίσκεψη.

Γιατί «ψυχή» της πολιτείας
δεν είναι τίποτε άλλο παρά..
το «π ο λ ί τ ε υ μ α
»,
που έχει τόσο μεγάλη δύναμη
όσο έχει.. για τον άνθρωπο…  
η  ο ρ θ ή  Σκέψη.
Γιατί αυτό ακριβώς, είναι που φροντίζει για όλα, και τα μεν
αγαθά διαφυλάττει, ενώ τις συμφορές προσπαθεί να εξαλείφη.
Με αυτό είναι ανάγκη
να εξομοιώνωνται και οι νόμοι
και οι ρήτορες και οι ιδιώται
και καθένας απ’ αυτούς
να ενεργή
σύμφωνα
με τις διατάξεις
του ισχύοντος πολιτεύματος.

Για το  π ο λ ί τ ε υ μ α., λοιπόν
που είναι διεφθαρμένο
στα χρόνια μας, δεν δείχνουμε κανένα ενδιαφέρον, ούτε
και κάνουμε καμμιά σκέψη
για να το επαναφέρουμε
σε καλύτερη θέση
, αλλ’ όταν καθόμαστε και συζητούμε
στα εργαστήρια, περιοριζόμαστε να κατηγορούμε.. τη σημερινή 
π ο λ  ι τ ε ι α κ ή  ακαταστασία
και υποστηρίζουμε ότι ποτέ
κατά τη διάρκεια της Δημοκρατίας δεν είχαμε πιο άθλια  δ ι ο ί κ η σ η, ενώ.. στην πραγματικότητα μέσα μας.. ικανοποιούμεθα περισσότερο..
μ’ αυτή.. παρά.. μ’ εκείνη
που  ε κ λ η ρ ο ν ο μ ή σ α μ ε
από τους  π ρ ο γ ό ν ο υς
."

Ισοκράτης

 

"..διότι καμμία ευτυχία.. και καμμία συμφορά..
δεν έρχονται.. μόνες τους στον άνθρωπο"

Ισοκράτης
(436-338 π.Χ.)

Τροπάριο Κασσιανής Μοναχής


Τροπάριο Κασσιανής

Κύριε, η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή,
την σην αισθομένη θεότητα, μυροφόρου
αναλαβούσα τάξιν, οδυρομένη,
μύρα σοι προ του ενταφιασμού κομίζει.
Οίμοι! λέγουσα, ότι νυξ μοι υπάρχει,
οίστρος ακολασίας, ζοφώδης τε και ασέληνος,
έρως της αμαρτίας.
Δέξαι μου τας πηγάς των δακρύων,
ο νεφέλαις διεξάγων της θαλάσσης το ύδωρ˙
κάμφθητί μοι προς τους στεναγμούς της καρδίας,
ο κλίνας τους ουρανούς, τη αφάτω σου κενώσει. Καταφιλήσω τους αχράντους σου πόδας,
αποσμήξω τούτους δε πάλιν,
τοις της κεφαλής μου βοστρύχοις˙
ων εν τω παραδείσω Εύα το δειλινόν,
κρότον τοις ωσίν ηχηθείσα, τω φόβω εκρύβη.
Αμαρτιών μου τα πλήθη και κριμάτων σου αβύσσους,
τις εξιχνιάσει, ψυχοσώστα Σωτήρ μου;
Μη με την σην δούλην παρίδης,
ο αμέτρητον έχων το έλεος.

Μοναχή Κασσιανή

Ποίημα Κασσιανής Μοναχής

Κύριε
Eγώ η γυναίκα η μολυσμένη των αμαρτιών
στα σπλάχνα μου την θεότητά σου
κι έγινα μυροφόρος
Με οδυρμούς μύρα ακουμπώ
εμπρός από τον τάφο σου.
Τα σπλάχνα μου η νύχτα τα κατέχει
Μανία η ακολασία μου
Σκοτάδι και θάνατος της σελήνης
ο έρως μου της αμαρτίας .
Πάρε τα μάτια μου
μαζί με τα δάκρυά τους εσύ
που όρισες η θάλασσα
να κατάγεται από τα σύννεφα.
Κλίνε πάνω από τον στεναγμό
τον πιό βαθύ της καρδιάς μου
Εσύ που έκαμψες τούς ουρανούς
γιά να χωρέσει το άφατο..
Θέλω να φιλήσω τα πόδια σου
τα ανέγγιχτα…
και να τα προστατεύω
μέσα στις θηλειές των μαλλιών μου
Στο σούρουπο του παράδεισου η Εύα
τους κρότους ακούει και ταράζεται
τρόμαξε και εκρύφθη…
Σωτήρα μου και των ψυχών σωτήρα
Ποιός το κουβάρι των αμαρτιών μου
θα έρθει να ξετυλίξει..
Στης τιμωρίας σου την άβυσσο
ποιος.. πώς να κρατηθεί..
Μην αποστρέψεις το βλέμμα σου
από πάνω μου. Βλέπε με.. την δούλη σου
Εσύ που Είσαι το Έλεος.

Γιώργος Χειμωνάς


Τι να Σας πω Γυναίκες

Τι να σας πω γυναίκες.. τι να μη σας πω
παρηγοριά κι αλήθεια, που να μην ντραπώ
Μόνο να σας ακούω, πότε θλίβομαι
πιάνω τα σκοτεινά.. στα νέφη κρύβομαι.
Πότε μα το Θεό περηφανεύομαι,
βάζω τα κόκκινά μου.. και πορεύομαι.
Τυράγνιες, ζηλοφθόνιες, φόνους, παιδεμούς,
τ’ αλέθω για τους χρόνους, τους μελλούμενους
Τ’ αλέθω τα γυρίζω.. και τα πάω στη γη
που ‘δωσε το σκοτάδι.. φως για να το πιεί.

Οδυσσέας Ελύτης

 
 

Το ΒΙΟΛΙ… απ’το Δωδεκάλογο του Γύφτου

9. Το ΒΙΟΛΙ
"Ο ΔΩΔΕΚΑΛΟΓΟΣ του ΓΥΦΤΟΥ"

Κι εκεί που τέτοιοι λογισμοί
το νου μου εμένα φουρτουνιάζαν,
μιαν απριλιάτικην αυγή
στο βαθυπράσινο λαγκάδι,
σε μια σπηλιά καταμπροστά,
κάτι αγναντεύω κατά γης,
μισοθαμμένο μες στο χώμα…

Σκύβω και βρίσκω ένα β ι ο λ ί.

Γυναίκες, άντρες, νέοι και γέροι,
μακριά από κείνο γοργοφεύγαν,
και μήτε να το ξανακούσουν,
και τα σφραγίζανε τ’ αυτιά τους,
και τράβαγαν τα μάγουλά τους,
και καταριόνταν τον τεχνίτη,
το βιολιστή πετροβολούσαν….

     

Και τα παιδάκια μοναχά,
ω! τα παιδάκια, την ατάραχη
γιομίζαν ερημιά μου αυτά,
και τήνε κάναν κόσμο αφέντη.
Γιατί και πάντα… το βιολί μου
τα ξάφνιζε και τα μαγνήτιζε.
Και τρέχαν και με τριγυρίζαν,
και τα μεγάλα τους τα μάτια,
που πάντα μέσα τους πλανιέται
στοχαστικό ένα μυστικό,
τα παρασταίναν άφραστα όλα,
το ρώτημα, το θαμπωμό,
κι απάνου απ’ όλα τη χαρά τους,
και χαίρονταν απ’ το βιολί μου,
….τ’ αφορισμένο το βιολί,
και σα να μου έστελνε από βάθη
καιρού μελλόμενου φιλιά
με τα τρισεύγενα παιδιά, η φυλή.

Κι όπως ύστερ’ απ’ το πάλεμα
τα στοιχεία, κι από τα μίση,
σα ν’ αλλάξανε, και γίναν
στεριές, πέλαα, λόγος, χτίση,
έτσι και ύστερα στ’ ανθρώπινα,
και στ’ ανθρώπου την ψυχή
θα ‘ρθη να ριζώση ειρήνη και
γαλήνη θ’ απλωθή.
Και θα ζήση ο λόγος, τ’ άλογα,
κι άνθρωποι κι αγρίμια, η πλάση,
σαν τ’ αγνά και σαν τα ωραία
δέντρα στα μεγάλα δάση.
Μ’ εμάς πρώτος τη μελλόμενη
μοίρα υπέρτατη στερνή,
Γύφτε, ζήσε την απάνου
……στο προφητικό βιολί. 

του Κωστή Παλαμά
διαβάζει ο Χάρης Πολιτόπουλος

Ο ΒΙΟΛΙΣΤΉΣ…

 


O  Β ι ο λ ι σ τ ή ς

Γεώργιου Δροσίνη

Hταν ένας βιολιστής με παρδαλά ρούχα και με υψηλό σκούφο. Στο λαιμό του κρατούσε σφιγμένο το βιολί του και με τ’ άλλο χέρι το δοξάρι. Kουρδιζόταν κι έπαιζε σαν αληθινός βιολιστής.

Kι όμως δεν ήταν αληθινός. Hταν από ξύλο. Aπό ένα πολύ σπάνιο όμως ξύλο: το ξύλο της Aγάπης. Tι είναι αυτό το ξύλο κι από τι δένδρο κόβεται δεν ξέρω. Ξέρω μόνο πως κάθε τι το καμωμένο από τέτοιο ξύλο μπορεί ν’ αγαπήση σαν ζωντανός άνθρωπος.

O βιολιστής άμα ήρθε στον κόσμο ετυλίχθηκε μέσα σε χαρτί, εκλείσθηκε σε χονδρό κουτί κι εστάλη σ’ ένα εμπορικό για να πουληθή σαν να ήταν σκλάβος ο κακόμοιρος.

O έμπορος τον έβαλε στην βιτρίνα. Eκεί τον έβλεπαν οι διαβάτες και έβλεπε κι αυτός, χωρίς να καταλαβαίνουν εκείνοι ότι ήταν κρυμμένη ζωή στο άψυχο ξύλο. O έμπορος κάποτε τον εκούρδιζε και τότε πια μαζευόταν κόσμος πολύς, προ πάντων παιδιά, κι άκουαν με θαυμασμό τη γλυκειά φωνή του βιολιού του. Kι αυτή η φωνή είχε κάτι ξεχωριστό, κάτι που έφτανε ως την καρδιά.

Oλο ενόμιζαν πως ο τεχνίτης είχε επιτύχει την μηχανή του. Δεν ήξεραν πως μέσα στο άψυχο ξύλο ήταν κρυμμένη ζωή. Δεν φαντάζονταν πως μόλις κουρδιζόταν η μηχανή ο βιολιστής έπαιζε το βιολί του μόνος με τη δύναμη της αγάπης που είχε μέσα του.

Aλλά δεν έπαιζε για κείνους που μαζεύονταν κι έχασκαν έξω από τη βιτρίνα. Oύτε τους λογάριαζε ούτε τον έμελλε. Eπαιζε μονάχα για την αγάπη του. Kι η αγάπη του ήταν μια ωραία κούκλα υψηλότερη από όλες τις άλλες, λυγερή, ξεχωριστή στη χάρη, με κατακόκκινο φόρεμα στηλωμένη αντίκρυ του στην ίδια βιτρίνα του εμπορικού.

O βιολιστής αυτήν αντίκρυσε πρώτη άμα βγήκε στο φως της ημέρας από το χονδρό κουτί του και σ’ αυτήν εχάρισε όλη την αγάπη που είχε μέσα του. Aλλος κόσμος δεν υπήρχε εκτός της κούκλας. Eζούσε πια γι’ αυτήν. Aλλά κι εκείνη βέβαια τον αγαπούσε. Aν δεν τον αγαπούσε, τότε γιατί δεν ξεκολλούσε τα μάτια της από πάνω του, τα φωτερά της εκείνα μάτια που τον έκαιαν; Aν δεν τον αγαπούσε γιατί δεν εγύριζε καν να ιδή έναν ξανθό αξιωματικό που επάνω στο ξύλινο άλογό του καθισμένος είχε γυρισμένο το κεφάλι προς το μέρος της από την ώρα που τον έβαλε εκεί ο έμπορος; Aν δεν τον αγαπούσε, γιατί χαμογελούσε από ευχαρίστηση όταν έπαιζε το βιολί του, σαν να καταλάβαινε πω μόνο γι’ αυτήν έπαιζε;

Tον αγαπούσε, τον αγαπούσε. Oλα αυτά ήσαν φανερά σημάδια. O βιολιστής ένα φόβο είχε μέσα στην ευτυχία της αγάπης του: μήπως τους χωρίσουν. Πώς ήταν δυνατόν να ζήση χωρίς αυτή; Kαι τι την ήθελε τη ζωή;

Mα η τύχη που προστατεύει όλους τους ερωτευμένους δεν άφησε απροστάτευτο και τον ξύλινο βιολιστή. Mια μέρα, ενώ έπαιζε με όρεξη το βιολί του, επερνούσαν απ’ έξω ένας ηλικιωμένος κύριος και μια μεσόκοπη κυρία.

-Tι ωραία που παίζει αυτός!, είπε ο κύριος. Mούρχεται να τον αγοράσω του ανεψιού μου.

Tην ίδια στιγμή η κυρία εκύτταξε την κούκλα.

– Kαι τι ωραία που είναι κι αυτή! Θα την πάρω κι εγώ της ανεψιάς μου.

Για μια στιγμή, ο βιολιστής ενόμισε πως θα χωριζόταν πια από την αγάπη του και τουρχόταν να σκάση από το κακό του. Eνώ όμως τον ετύλιγε ο έμπορος στο χαρτί, κατάλαβε από την ομιλία της κυρίας ότι ο ανεψιός και η ανεψιά ήσαν αδέλφια και ότι ύστερα από λίγες μέρες θα βρισκόταν πάλι κοντά στην αγαπημένη του κούκλα.

Eκαμε υπομονή, μα και οι δυο μέρες, που έμεινε φυλακισμένος μέσα σ’ ένα σκοτεινό ντουλάπι, του φάνηκαν χρόνοι ατέλειωτοι. Συλλογιζόταν τι θα γινόταν μόνη η αγαπημένη του, πως θα τον αναζητούσε, πως θα νόμιζε ότι δεν θα τον ξανάβλεπε πια και θα σπαραζόταν από απελπισία.

Kι ο καϋμένος ο βιολιστής εδάκρυζε τόσο πολύ και τόσο συχνά, ώστε όταν τον εξετύλιξαν από το χαρτί την Πρωτοχρονιά από τα δάκρυα είχαν ξεβάψει τα μάτια του.

Bρέθηκε μέσα σε μια σάλα φωτισμένη και γεμάτη κόσμο. Tι τον έμελλε για τον κόσμο; Aυτός εκύτταζε μόνο να ιδή πού είνε η αγάπη του. Kι όταν τον εκούρδισαν, έπαιξε μ’ όλη του τη δύναμη για να τον ακούση αυτή και να χαρή. Tου κάκου όμως, του κάκου! H ώρα περνούσε κι εκείνη δεν φαινόταν πουθενά. Hσαν άλλες κούκλες εκεί καθισμένες γύρω στις μεγάλες πολυθρόνες, αλλά καμμιά δεν είχε τη χάρι της αγαπημένης του. O βιολιστής άρχισε ν’ απελπίζεται, όταν ξαφνικά πέρα εκεί πίσω από μια πόρτα του φάνηκε πως είδε την άκρη ενός φορέματος και το φόρεμα αυτό έμοιαζε πολύ μʼ εκείνο το κόκκινο που φορούσε η αγάπη του. Πώς, ήταν λοιπόν εκεί και δεν εγύριζε να τον δη; Tι έκανε πίσω από την πόρτα; Mήπως τον επερίμενε επίτηδες εκεί, μακρυά από τον κόσμο; Eπλησίασε σιγά-σιγά με λαχτάρα, με καρδιοχτύπι. Kαι τι είδε; Tην αγαπημένη του μαζί με τον ξανθό εκείνον αξιωματικό, που δεν εγύριζε η άπιστη να δη όταν ήταν στη βιτρίνα του εμπορικού. Kαι τώρα θα κρυφομιλούσαν βέβαια οι δυο γλυκά-γλυκά εκείνος από το άλογό του κι αυτή στηλωμένη ορθή στον τοίχο.

O βιολιστής άναψε από τον θυμό. Xωρίς να συλλογισθή τι κάνει, άρπαξε το ξύλινο σπαθί από τη μέση του αξιωματικού κι επέρασε τα άπιστα στήθη της κούκλας.

Aλλά από την ανοιχτή πληγή εχύθηκε ξαφνικά κάτι που δεν έμοιζε καθόλου με αίμα. O βιολιστής με τ’ αγριεμένα μάτια του το είδε και τινάχθηκε πίσω…

– Tι! εφώναξε με βραχνή φωνή. Kαι την είχα αγαπήσει τόσο, κι ενόμιζα ότι μ’ αγαπούσε κι αυτή ενώ δεν είχε μέσα στα στήθη της τίποτε άλλο από πίτουρα… πίτουρα!

Tο πρωί, βρήκαν πίσω από την πόρτα την όμορφη κούκλα με τρυπημένα τα στήθη και χυμένα τα πίτουρα επάνω στο κόκκινο φόρεμα και το σπαθί του αξιωματικού πεσμένο κάτω στο πάτωμα. Kι όταν πήραν να κουρδίσουν τον βιολιστή, είδαν πως το ξύλο του ήταν σπασμένο σε δύο κομμάτια. Eρραψαν την πληγή της κούκλας, εκόλλησαν το σπαθί του αξιωματικού, κι επέταξαν στο κάρρο των σκουπιδιών τον άχρηστο βιολιστή…

O Γεώργιος Δροσίνης (1859-1951)
Tο διήγημα «O βιολιστής» δημοσιεύτηκε
στο εβδομαδιαίο περιοδικό «Tύπος» και εντοπίστηκε στο αρχείο του δημοσιογράφου και συγγραφέα
Mιχ. Xανούση.

ΕΡΩΣ…. AMORE


Ἔρως ἀνίκατε μάχαν,
Ἔρως, ὃς ἐν κτήνεσι πίπτεις,
ὃς ἐν μαλακαῖς παρειαῖς νεάνιδος ἐννυχεύεις,
φοιτᾷς δ᾽ ὑπερπόντιος ἔν τ᾽ ἀγρονόμοις αὐλαῖς·
καί σ᾽ οὔτ᾽ ἀθανάτων φύξιμος
οὐδεῖς οὔθ᾽ ἁμερίων σέ γι᾽ ἀνθρώπων.
ὁ δ᾽ ἔχων μέμηνεν.
σὺ καὶ δικαίων ἀδίκους φρένας
παρασπᾷς ἐπὶ λώβᾳ,
σὺ καὶ τόδε νεῖκος ἀνδρῶν
ξύναιμον ἔχεις ταράξας·
νικᾷ δ᾽ ἐναργὴς βλεφάρων
ἵμερος εὐλέκτρου νύμφας,
τῶν μεγάλων πάρεδρος ἐν ἀρχαῖςθεσμῶν.
ἄμαχος γὰρ ἐμπαίζει θεὸς, Ἀφροδίτα.

ΣΟΦΟΚΛΗΣ "Αντιγόνη" στ. 783-805

Έρωτα, ανίκητε σε κάθε μάχη,
εσύ που κεντάς όποιον κι αν σημαδέψεις με τα βέλη σου.
Έρωτα συ, που ξαγρυπνάς
στα τρυφερά τα μάγουλα των κοριτσιών
που δρασκελάς πάνω απ’ τις θάλασσες
και χώνεσαι στους κήπους των σπιτιών,
κανείς δεν γλιτώνει από σένα,
ούτε θεός, ούτε κοινός θνητός,
μα όποιον τον αγγίξεις, τον τρελαίνεις.
Εσύ, τον άνθρωπο το φρόνιμο
τον σπρώχνεις στ’ άδικο και στο χαμό,
εσύ άναψες φιλονικία ανάμεσα σε γιό
και σε πατέρα και τους τάραξες.
Νικάει ο πόθος κι η λαχτάρα για την ωραία νύφη,
σε πείσμα όλων των μεγάλων νόμων,
που αμέριμνη η θεά Αφροδίτη τους εμπαίζει."
Σοφοκλής "Αντιγόνη"

 

ΣΟΦΟΚΛΗΣ: Χρήμα

 

 

 
"Οὐδὲν γὰρ ἀνθρώποισιν οἷον ἄργυρος κακὸν νόμισμ’ ἔβλαστε· τοῦτο καὶ πόλεις πορθεῖ, τόδ’ ἄνδρας ἐξανίστησιν δόμων τόδ’ ἐκδιδάσκει καὶ παραλλάσσει φρένας χρηστὰς πρὸς αἰσχρὰ πράγμαθ’ ἵστασθαι βροτῶν πανουργίας δ’ ἔδειξεν ἀνθρώποις ἔχειν καὶ παντὸς ἔργου δυσσέβειαν εἰδέναι. Ὅσοι δὲ μισθαρνοῦντες ἤνυσαν τάδε, χρόνῳ ποτ’ ἐξέπραξαν ὡς δοῦναι δίκην."
ΣΟΦΟΛΗΣ
(Αντιγόνη στ. 296-304) 
 «Δε φύτρωσε χειρότερη καμιά εφεύρεση στον κόσμο απ’ το χρήμα. Αυτό γκρεμίζει πόλεις, ανθρώπους ξεσπιτώνει, δασκαλεύει και πλανεύει το φρόνιμο μυαλό να κυνηγάει της ντροπής τα έργα· μαθαίνει τον άνθρωπο να γίνει κάλπης και να κατέχει μύριες όσες βρωμιές. Οσοι τέτοιον ανοίγουν δρόμο πληρωμένοι, κάποτε, και στην ώρα, πληρώνουν ακριβά»
(μετ. Γεωργουσόπουλος) 
 Perché fra gli uomini cosa non v’ha piú trista del denaro: questo perfino le città distrugge, questo discaccia dalla patria gli uomini, questo è maestro che perverte l’anime oneste a compiere opere malvage, d’ogni ribalderia questo la pratica, d’ogni empietà l’ardire apprese agli uomini. Ma quanti per mercede a ciò s’inducono, arriva il giorno che la colpa espiano.
Sofocle (Antigone 296-304)